π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ένας αγιασμένος ιερέας στον Πλάτανο Τρικάλων (+1975) – 29 Ιανουαρίου

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

& ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

CxlYQZ0UoAAVQ6D.jpg

gagastathis.jpg

277056-PAPADHMHTRHS GKAGKASTATHS.jpg

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης,

Πρεσβύτερος στόν Πλάτανο Τρικάλων (29/1, +1975) [Κοίμηση]

29 Ιανουαρίου

Ο παπά – Δημήτρης γεννήθηκε το 1902 στον Πλάτανο Τρικάλων, χωριό που για 42 ολόκληρα χρόνια, (1931-1973) υπηρέτησε ως εφημέριος «ελλαμπόμενος από τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος». Και εκεί στις 29 Ιανουαρίου, 1975, «εξήχθη εις αναψυχήν, συναντήσας το Φως της ζωής». Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να πάρει μόρφωση και μικρός έγινε τσοπανόπουλο. Βόσκοντας, όμως, τα πρόβατα, άρχισε να έχει τις πρώτες πνευματικές εμπειρίες. Γράφει ο ίδιος: “Για να ενδυναμώσω την πίστη μου διάβαζα στην καλύβα μου βίους Αγίων. Απέφευγα τις συναναστροφές του κόσμου.

Επί τούτου επήγαινα στις πιο βαθιές χαράδρες και προσευχόμουν. Πολλά βράδυα έρχονταν δαίμονες (…) για να με εξοντώσουν αλλά οι Αρχάγγελοι δεν τους επέτρεπαν και έφευγαν άπρακτοι”. Σε ηλικία 19 ετών κατατάχθηκε στην Χωροφυλακή. Πριν φύγει από το χωριό πέρασε από τους προστάτες του Αρχαγγέλους. “Τους προσκύνησα και τους παρακάλεσα: Με καλεί η πατρίδα να πηγαίνω. Σας θέλω να με ενισχύσετε, να με βοηθήσετε και να έλθω πάλιν σώος και αβλαβής, όπως φεύγω τώρα”. Πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, οι προστάτες του Αρχάγγελοι τον έσωσαν θαυματουργικώς πολλές φορές. Γράφει ο παπα-Δημήτρης:

“Έφθασα στην Σμύρνη Σάββατο, την ώρα που κτυπούσαν οι καμπάνες. Τι συγκινητικόν ήτο! Αργά την νύκτα έρχεται και πάλιν ο γέρων (εννοεί τον Αρχάγγελο) και μου λέγει: να (…) πας εις το δεύτερο λιμάνι. Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, να μπεις εις το πλοίον και θα βγείς εις την Χίον. Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβείσαι. Έτσι και έγινε. Βγήκα εις την Χίο και έπειτα στην Αθήνα. Από την Αθήνα με έστειλαν εις την Κομοτηνή. Εκεί τακτικά εκκλησιαζόμουν και έμαθον και την ψαλτική. Γυρίζοντας από το στρατιωτικό εγράφηκα εις άλλο Δημοτικό Σχολείο και πήρα απολυτήριον έκτης Δημοτικού, για να γίνω Ιερεύς. Την 24ην Μαΐου 1931 έγινα Διάκονος και εις τας 26 του ιδίου μηνός έγινα Ιερεύς”. Τότε άρχισε η θαυμαστή ποιμαντική, ασκητική, ιερατική, εθνική και κοινωνική ζωή του παπα-Δημήτρη. Ως πατέρας (εννέα παιδιών μάλιστα), ιερεύς και ποιμένας, πονούσε με αγάπη ολόκληρο το ποίμνιο του, ολόκληρο το χωριό του. Είχε γεμίσει όλους τους χώρους του μικρού χωριού του με εικονοστάσια, σταυρούς, εικόνες κλπ. Ήταν φιλάνθρωπος, ελεήμων, ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, έχοντας πάντοτε καραμέλες για τους μικρούς και μικροποσά για τους ενδεείς μεγάλους. Ενδιαφερόταν για βιβλιοθήκες, έκανε επισκέψεις, έδινε δώρα, έστελνε επιστολές. Ήταν μέσα σ΄όλα, αλλά ουσιαστικά ζούσε έξω από όλα. Ήταν ασκητής στον κόσμο, έχοντας απόλυτη άνεση, με τον Θεό, με τους Ταξιάρχες και τους Αγίους. Μια φορά όταν πέρασε αβρόχοις ποσίν ένα πλημμυρισμένο ποτάμι, (για να σωθεί έτσι από εχθρούς) πολύ απλά είπε: “Ε ! τον τσακώσαμε τον Γιώργη, τον πιάσαμε τον Ευεργέτη”.

Ο Ηγούμενος τους Ι.Μ.Σιμωνόπετρας, Αιμιλιανός, που είχε στενό σύνδεσμο με τον παπα-Δημήτρη, γράφει: “Και ο ύπνος του σώματος του και η νήψις τους ψυχής του και η μύησις των οφθαλμών του και ο λόγος του και η σιωπή του ήσαν στοιχεία και μέσα επικοινωνίας με τον Θεόν και τους φίλους του Θεού. Εζη συνηρμοσμένος εν τω μυστικώ σώματι τους Εκκλησίας, έζη την Βασιλείαν του Θεού, τα φαινόμενα θεωρών, τα αόρατα κατανοών”.
Η πνευματικότητα, η πίστη του και η γενναιότητά του, φάνηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Πλάτανο ελεγχόταν από τον ΕΛΑΣ. Ο παπα- Δημήτρης, μόνος παπάς σε όλη την περιοχή, αρνιόταν να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές. Κατήγγειλε τα άθεα πιστεύω τους.

Κυνηγήθηκε αλύπητα και κινδύνευσε πολλές φορές. Πολλοί, ακόμα και οι οικείοι του, του έλεγαν να σωπάσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Γράφει: “Μου λέει η παπαδιά μου. Παπά χαζάθηκες τελείως; Εσύ θα φέρεις το αποτέλεσμα; Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών, που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώγουν με τους οικογένειες τους; Εγώ τους απαντώ. Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι.” Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν γιατί συνοδοιπορούσε με τους Αγίους, τους Ταξιάρχες και τον Αη-Νικόλα. Γράφει ο ίδιος:

‘Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, κτύπησα την καμπάνα, μας περιεκύκλωσεν αντάρτικος στρατός. Το χωριό μας ήταν με ομάδα εθνική και γι΄ αυτό ήθελαν να μας εξοντώσουν. Άρχισαν να ρίχνουν πυρά τους φοβερισμό. Εγώ μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρεκάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και φεύγω. Εκείνοι από το φυλάκιο ρίξανε άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία τους δεν με εκτύπησε. Ακολούθησα ένα ρέμα, τα Αμπέλια και έχασαν τα ίχνη μου. Επήγαινα προς το χωριό Βασιλική που είχε εθνικό στρατό και ομάδα, για να φυλαχθώ. Κοντά στα σύνορα των δύο χωριών, Ριζώματος-Βασιλικής με έφτασαν. Είχαν διατάξει 10 ιππείς και με τον αρχηγό να με πιάσουν. Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, χωρίς να μπορούν να με φονεύσουν. Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα. Με πλησίασαν και με περιεκύκλωσαν στα 50 μέτρα γύρω-γύρω, φωνάζοντας: κερατά τράγο, πού θα πας; (με έβριζαν ελεεινά). Εγώ ευρισκόμενος εν μέσω κινδύνου, εσήκωσα τα χέρια προς τον ουρανό και εφώναξα από το βάθος της ψυχής: Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω. Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από την σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και τον έσπασε την σπονδυλική στήλη.

Οι υπόλοιποι έμειναν ακίνητοι, ωσάν να τους είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός. Ακούω μια φωνή, ήταν του αρχηγού τους, να λέγει: Εχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας. Ευχαριστώ, τους απήντησα. Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίσει, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι. Να λέτε την αλήθεια, τους είπα, να έχετε τον Θεό βοήθεια και έφυγα σιγά-σιγά για τον προορισμό μου”.

Η ζωή του έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του ήτο μία διαρκής κένωση του εαυτού του υπέρ πάντων. Τον άκουγες να λέγει “Τρέξε παπα- Δημήτρη, τρέξε, ο διάβολος έζωσε και πάλι το χωριό”. Το κομποσχοίνι έλιωνε στα χέρια του υπέρ πάντων και όταν καμμιά φορά αγνοούσε τα ονόματα, μουρμούριζε: “υπέρ του διευθυντού του ΚΤΕΛ, υπέρ του οδοντιάτρου, υπερ…υπέρ…”. Επισκεπτόταν μοναστήρια για πνευματική αναψυχή και δύναμη, είχε αναπτύξει πνευματικό δεσμό με τους μακάριους γέροντες π. Φιλόθεο Ζερβάκο, π. Αμφιλόχιο Μακρή, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, με τους οποίους αλληλογραφούσε και εξωμολογείτο. Αν και ασπούδαστος, είχε ακέραιη ορθόδοξη πίστη, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και διάκριση πνευμάτων. Γράφει ο ίδιος: “Όταν το 1971 ήλθαν οι μεγάλοι των ξένων εκκλησιών στα Τρίκαλα, πήγα και τους είδα και λέγω: φύγε παπαδημήτρη ογλήγορα και μην κοιτάς πίσω”.
Όταν του διαγνώσθηκε καρκίνος, τον Φεβρουάριο του 1970 υπεβλήθη σε εγχείριση στον Ευαγγελισμο. Θαύμα μεγάλο και ζωντανό έγινε. Γράφει ο ίδιος σε επιστολή του: “Οι ιατροί του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ μου το ανήγγειλαν καθαρά το πικρό φιρμάνι.

Εγώ εδόξαζα τον Θεόν, που μου έδωκε αυτό το μεγάλο δώρον, τον καρκίνον, για να με δοκιμάσει. Η εγχείρισις κράτησε 5 ώρες. Τις επόμενες ημέρες είχα μία διάθεση που μου ερχόταν να κατέβω από το κρεββάτι. Δεν αισθανόμουν τίποτα. Το βράδυ, που έμεινα μόνος, ήλθαν δύο άγνωστοι και με φύλαγαν και με ανακούφιζαν. Χαρά Θεού και ευλογία Θεού εκείνο το βράδυ, που δεν μπορώ να περιγράψω. Ολοι εθαύμασαν πως έζησα”. Επέστρεψε ο πατήρ-Δημήτριος στο χωριό του, έχοντας υγεία πλέον, ιδιαίτερα εύθραυστη. Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας. Ο Θεός προετοίμαζε τον δούλο του. Στις 29/1/1975, μετά πολύμηνους φρικτούς πόνους ο Θεός τον δέχθηκε. Πριν αναχωρήσει για τις σκηνές των δικαίων έλεγε: “Όταν βρώ εκεί θέσιν, τότε θα έρχομαι και θα σας βοηθώ. Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά;”

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, Δασκάλος – Συγγραφέας

Πηγή:

http://aktines.blogspot.gr/2014/01/291-1975.html

Ακτίνες

Advertisements

Saint Gildas the Wise of Wales & France (+570) – January 29

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

7784_3748863314c1480ebdec69.jpg

St.-Gildas-the-Wise-2.jpg

St Gildas

 

Jan+29+Gildas+the+Wise+1.jpgStatue_St-Gildas_07082.jpg

Holy Wells of St Gildas, France

ruys_st gildas.jpg

220px-St_Gildas_Fontaine_0708E.jpg

220px-fontaine_saint-gildas_-_magoar_-_france

Saint Gildas the Wise of Wales & France (+570)

Feast day: January 29

& Holy Relics, June 29

Saint Gildas (c. 500–570) — also known as Gildas the Wise or Gildas Sapiens — was a 6th-century British monk best known for his scathing religious polemic De Excidio et Conquestu Britanniae, which recounts the history of the Britons before and during the coming of the Saxons. He is one of the best-documented figures of the Christian church in the British Isles during the sub-Roman period, and was renowned for his Biblical knowledge and literary style. In his later life, he emigrated to Brittany where he founded a monastery known as St. Gildas de Rhuys.

Differing versions of the Life of Saint Gildas exist, but both agree that he was born in what is now Scotland on the banks of the River Clyde, and that he was the son of a royal family. These works were written in the eleventh and twelfth centuries and are regarded by scholars as unhistorical. He is now thought to have his origins further south. In his own work, he claims to have been born the same year as the Battle of Mount Badon. He was educated at a monastic center, possibly Cor Tewdws under St. Illtud, where he chose to forsake his royal heritage and embrace monasticism. He became a renowned teacher, converting many to Christianity and founding numerous churches and monasteries throughout Britain and Ireland. He is thought to have made a pilgrimage to Rome before emigrating to Brittany, where he took on the life of a hermit. However, his life of solitude was short-lived, and pupils soon sought him out and begged him to teach them. He eventually founded a monastery for these students at Rhuys, where he wrote De Excidio Britanniae, criticising British rulers and exhorting them to put off their sins and embrace true Christian faith. He is thought to have died at Rhuys, and was buried there.

There are two different historical versions of the life of Gildas, the first written by an anonymous monk in the 9th century, and the other written by Caradoc of Llancarfan in the middle of the 12th century. Some historians have attempted to explain the differences in the versions by saying that there were two saints named Gildas, but the more general opinion is that there was only one St. Gildas and that the discrepancies between the two versions can be accounted for by the fact that they were written several centuries apart.[6] The 9th century Rhuys Life is generally accepted as being more accurate.

Rhuys Life

The First Life of St. Gildas was written by an unnamed monk at the monastery which Gildas founded in Rhuys, Brittany in the 9th century. According to this tradition, Gildas is the son of Caunus, king of Alt Clut in the Hen Ogledd, the Brythonic-speaking region of northern Britain. He had four brothers; his brother Cuillum ascended to the throne on the death of his father, but the rest became monks in their own right. Gildas was sent as a child to the College of Theodosius (Cor Tewdws) in Glamorgan, under the care of St. Illtud, and was a companion of St. Sampson and St. Paul of Léon. His master St. Illtud loved him tenderly and taught him with special zeal. He was supposed to be educated in liberal arts and divine scripture, but elected to study only holy doctrine, and to forsake his noble birth in favour of a religious life.

After completing his studies under St. Illtud, Gildas went to Ireland where he was ordained as a priest. He returned to his native lands in northern Britain where he acted as a missionary, preaching to the pagan people and converting many of them to Christianity. He was then asked by Ainmericus, high king of Ireland (Ainmuire mac Sétnai, 566–569), to restore order to the church in Ireland, which had altogether lost the Christian faith. Gildas obeyed the king’s summons and travelled all over the island, converting the inhabitants, building churches, and establishing monasteries. He then travelled to Rome and Ravenna where he performed many miracles, including slaying a dragon while in Rome. Intending to return to Britain, he instead settled on the Isle of Houat off Brittany where he led a solitary, austere life. At around this time, he also preached to Nonnita, the mother of Saint David, while she was pregnant with the saint.

He was eventually sought out by those who wished to study under him, and was entreated to establish a monastery in Brittany. He built an oratory on the bank of the River Blavetum (River Blavet), today known as St. Gildas de Rhuys. Fragments of letters that he wrote reveal that he composed a Rule for monastic life that was somewhat less austere than the Rule written by Saint David. Ten years after leaving Britain, he wrote an epistolary book in which he reproved five of the British kings. He died at Rhuys on 29 January 570, and his body was placed on a boat and allowed to drift, according to his wishes. Three months later, on 11 May, men from Rhuys found the ship in a creek with the body of Gildas still intact. They took the body back to Rhuys and buried it there.

Llancarfan Life: Gildas and King Arthur

The second “Life” of St. Gildas was written by Caradoc of Llancarfan, a friend of Geoffrey of Monmouth and his Norman patrons. However, Llancarfan’s work is most probably historically inaccurate, as his hagiographies tend towards the fictitious, rather than the strictly historical. Llancarfan’s “Life” was written in the 12th century, and includes many elements of what have come to be known as mythical pseudo-histories, involving King Arthur, Guinevere, and Glastonbury Abbey, leading to the general opinion that this “life” is less historically accurate than the earlier version. For example, according to the dates in the Annales Cambriae, Gildas would have been a contemporary of King Arthur: however, Gildas’ work never mentions Arthur by name, even though he gives a history of the Britons, and states that he was born in the same year as the Battle of Badon Hill, in which Arthur is supposed to have vanquished the Saxons.

In the Llancarfan Life, St. Gildas was the son of Nau, king of Scotia. Nau had 24 sons, all victorious warriors. Gildas studied literature as a youth, before leaving his homeland for Gaul, where he studied for seven years. When he returned, he brought back an extensive library with him, and was sought after as a master teacher. He became the most renowned teacher in all of the three kingdoms of Britain. Gildas was a subject of the mythical King Arthur, whom he loved and desired to obey. However, his 23 brothers were always rising up against their rightful king, and his eldest brother, Hueil, would submit to no rightful high king, not even Arthur. Hueil would often swoop down from Scotland to fight battles and carry off spoils, and during one of these raids, Hueil was pursued and killed by King Arthur. When news of his brother’s murder reached Gildas in Ireland, he was greatly grieved, but was able to forgive Arthur, and pray for the salvation of his soul. Gildas then travelled to Britain, where he met Arthur face to face, and kissed him as he prayed for forgiveness, and Arthur accepted penance for murdering Gildas’ brother.

After this, Gildas taught at the school of St. Cadoc, before retiring to a secret island for seven years. Pirates from the Orkney Islands came and sacked his island, carrying off goods and his friends as slaves. In distress, he left the island, and came to Glastonbury, then ruled by Melvas, King of the ‘Summer Country’ (Gwlad yr Haf, Somerset). Gildas intervened between King Arthur and Melvas, who had abducted and raped Arthur’s wife Guinevere and brought her to his stronghold at Glastonbury. Arthur soon arrived to besiege him, but, the peacemaking saint persuaded Melvas to release Guinevere and the two kings made peace. Then desiring to live a hermit’s life, Gildas built a hermitage devoted to the Trinity on the banks of the river at Glastonbury. He died, and was buried at Glastonbury Abbey, in the floor of St. Mary’s Church.

The Llancarfan Life contains the earliest surviving appearance of the abduction of Guinevere episode, common in later Arthurian literature. Huail’s enmity with Arthur was also apparently a popular subject in medieval Britain: he is mentioned as an enemy of Arthur’s in the Welsh prose tale Culhwch and Olwen, written around 1100. A strongly held tradition in North Wales places the beheading of Gildas’ brother Huail at Ruthin, where what is believed to be the execution stone has been preserved in the town square. Another brother of Gildas, Celyn ap Caw, was based in the north-east corner of Anglesey.

De Excidio et Conquestu Britanniae

Gildas is best known for his polemic De Excidio et Conquestu Britanniae, which recounts the sub-Roman history of Britain, and which is the only substantial source for history of this period written by a near-contemporary.

The work is a sermon in three parts condemning the acts of his contemporaries, both secular and religious. The first part consists of Gildas’ explanation for his work and a brief narrative of Roman Britain from its conquest under the Principate to Gildas’ time. He describes the doings of the Romans and the Groans of the Britons, in which the Britons make one last request for military aid from the departed Roman military. He excoriates his fellow Britons for their sins, while at the same time lauding heroes such as Ambrosius Aurelianus, whom he is the first to describe as a leader of the resistance to the Saxons. He mentions the victory at the Battle of Mons Badonicus, a feat attributed to King Arthur in later texts, though Gildas is unclear as to who led the battle.

Part two consists of a condemnation of five British kings, Constantine, Aurelius Conanus, Vortiporius, Cuneglas, and Maelgwn. As it is the only contemporary information about them, it is of particular interest to scholars of British history. Part three is a similar attack on the clergy of the time.

The works of Gildas, including the Excidio, can be found in volume 69 of the Patrologia Latina.

De Excidio is usually dated to the 540s, but the historian Guy Halsall inclines to an “early Gildas” c. 490. Cambridge historian Karen George offers a date range of c. 510–530 AD.

Veneration

Gildas’ relics were venerated in the abbey which he founded in Rhuys, until the 10th century, when they were removed to Berry. In the 18th century, they were said to be moved to the cathedral at Vannes and then hidden during the French Revolution. The various relics survived the revolution and have all since been returned to Saint-Gildas-de-Rhuys where they are visible at various times of the year at a dedicated “treasury” in the village. The body of Saint Gildas (minus the pieces incorporated into various reliquaries) is buried behind the altar in the church of Saint Gildas de Rhuys.[15]

The gold and silver covered relics of Saint Gildas include:

A reliquary head containing parts of the saints skull
An arm reliquary containing bone pieces, topped with a blessing hand
A reliquary femur and knee
The embroidered mitre supposedly worn by Gildas is also kept with these relics. Gildas is the patron saint of several churches and monasteries in Brittany, and his feast day is celebrated on 29 January.

Further traditions

Gildas is credited with a hymn called the Lorica, or Breastplate, a prayer for deliverance from evil, which contains specimens of Hiberno-Latin. A proverb is also attributed to Gildas mab y Gaw in the Englynion y Clyweid in Llanstephan MS. 27.

In Bonedd y Saint, Gildas is recorded as having three sons and a daughter. Gwynnog ap Gildas and Noethon ap Gildas are named in the earliest tracts, together with their sister Dolgar. Another son, Tydech, is named in a later document. Iolo Morganwg adds Saint Cenydd to the list.

The scholar David Dumville suggests that Gildas was the teacher of Finnian of Moville, who in turn was the teacher of St. Columba of Iona.

Source: Wikipedia

Άγιος Γκίλντας (St Gildas) ο σοφός, όσιος στη Νήσο Rhuys Γαλλίας, από Ουαλία – 1ος Βρεταννός ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας (+570) – 29 Ιανουαρίου

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

llanddwyn-island-wales-landscape-photography.jpg

St.-Gildas-the-Wise-2.jpg

Άγιος Γκίλντας / Γκίλτας (St Gildas) ο σοφός,

όσιος στη Νήσο Rhuys Γαλλίας, από Ουαλία

1ος Βρεταννός ιστορικός

& εκκλησιαστικός συγγραφέας (+570)

Προστάτης ιστορικῶν & συγγραφέων

29 Ιανουαρίου

& Ανακομιδή Ι. Λειψάνων 29 Ιουνίου

Ο Άγιος Γκίλντας / Γκίλτας (St Gildas) ο σοφός, γεννήθηκε το 500 στην Ουαλία και μαθήτευσε κοντά στον Άγιο Iltud (τιμάται 6 Νοεμβρίου).

Ακολούθησε κατ’αρχήν τον έγγαμο βίο και όταν πέθανε η σύζυγός του έγινε μοναχός. Ήταν από τους πολύ μορφωμένους άνδρες της εποχής του, γι’αυτό και αποκαλείται «Σοφός».

Θεωρείται ότι συνέγραψε έργο στο οποίο κατηγορεί τους άρχοντες της εποχής του, τον κλήρο και τον λαό, για την ασέβεια και την παρανομία τους. Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του έζησε στη Βρετάνη.

Κοιμήθηκε οσιακά το 570.

Πηγή:

https://plus.google.com/u/0/communities/114191249873208593018

Άγιοι… Οι Καλύτεροί μας Φίλοι

Jan+29+Gildas+the+Wise+1.jpgStatue_St-Gildas_07082.jpg

Άγαλμα & Πηγές του Αγίου Γκίλντας (St Gildas) στην Γαλλία

ruys_st gildas.jpg

220px-St_Gildas_Fontaine_0708E.jpg

220px-fontaine_saint-gildas_-_magoar_-_france

Άγιος Νάταλης (St Natalis / Naile) όσιος ηγούμενος Μονών του Ciill, του Naile & του Daunhinis της Ιρλανδίας (+6ος αι.) – 27 Ιανουαρίου

http://irelandofmyheart.wordpress.com

IRELAND OF MY HEART

DSC_0856.jpg

img-Saint-Natalis-of-Ulster.jpg

Άγιος Νάταλης (St Natalis / Naile)

όσιος ηγούμενος Μονών του Ciill, του Naile

& του Daunhinis της Ιρλανδίας (+6ος αἰ.)

27 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Νάταλης (St Natalis / Naile) ήταν ηγούμενος του Cill-Naile και του Daimhinis στην περιοχή Feara-Manach. Ήταν γιος του Aenghus ο οποίος ήταν βασιλιάς του Munster και το όνομα της μητέρας του ήταν Eithne.

Σε αυτόν πρόσφερε ο Θεός νερό μέσα από μία σκληρή πέτρα, όταν μεγάλη δίψα κυρίευσε αυτόν και τον Maedhog της Fearna και τους μοναχούς τους. Όταν ακούμπησε με την ράβδο του τη σκληρή πέτρα, καθαρό και δροσερό νερό ανέβλυσε μέσα από αυτήν.

Στον βίο του Αγίου Κολούμπα (St Columba), βλέπουμε πως ο Άγιος Νάταλης (St Natalis) συνάντησε για πρώτη φορά τον Άγιο Κολούμπα (St Columba) στην περιοχή Inbher (περιοχή της Ιρλανδίας κοντά στον ποταμό Boyne) και πως οι δύο Άγιοι ευλόγησαν αυτόν τον τόπο.

Πηγή:

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr/2016/08/naile-natalis.html

Ορθόδοξη Κελτική Εκκλησία

Orthodoxy-Rainbow

Ο Άγιος ιερομάρτυς Κάτογκ (St Cadoc) της Ουαλίας (+580) & η Ιεραποστολή στους αιρετικούς

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

& ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

wales2_v-contentgross

Ουαλία

196792.b.jpg

Η τοποθεσία όπου ήταν

η αρχαία Ορθόδοξη Μονή του Αγίου Κάτογκ (St Catog)

196785.b.jpg

196783-b

Ἅγιος Κάτογκ (St Cadoc / Cadwg),

ἱερομάρτυς στό Weedon Ἀγγλίας,

ἱδρυτής Μονῆς στό Lllancarfan Οὐαλλίας (+580)

╰⊰¸¸.•¨*

Επίσης εορτάζει στις: 8 Ιανουαρίου

24 Ιανουαρίου, 6 Φεβρουαρίου, 24 Φεβρουαρίου,

25 Σεπτεμβρίου & 8 Οκτωβρίου

Πηγή:

http://www.ierapostoles.gr

Ιεραποστολές

Αδελφότητα Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής

Ο Άγιος Κάντοκ (St Cadoc) γεννήθηκε στο Monmouthshire της Ουαλίας κατά τα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από οικογένεια ευγενών. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Gundleus και της Gladys. Οι γονείς του, παρόλο που είχαν βασιλική καταγωγή και ήταν οικονομικά και κοινωνικά αποκατεστημένοι, έγιναν μοναχοί, ακολούθησαν τον ασκητικό βίο και τιμούνται από την Εκκλησία ως Άγιοι. Τόσο η μητέρα του όσο και ο πνευματικός του πατέρας, ο ερημίτης ιερέας Tathan, τον στήριξαν και τον καθοδήγησαν στην εν Χριστώ ζωή. Ο Άγιος αρνήθηκε τις επίγειες δόξες και τα αξιώματα που του πρόσφερε ο κόσμος, ως τέκνο επιφανών γονέων, και αφοσιώθηκε στη διάδοση του Ευαγγελίου στα έθνη, ως τέκνο του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Αξιώθηκε του αγγελικού σχήματος και της εις πρεσβύτερον χειροτονίας. Ήταν ιδρυτής του Μοναστηριού στο Llancarfan, πλησίον του Cardiff της Νοτίου Ουαλίας. Το μοναστήρι αυτό, στο οποίο ηγούμενος διατελούσε ο Άγιος Κάντοκ, «πλημμύρισε» από εκατοντάδες μοναχούς και περικυκλώθηκε από πλήθος σκήτες και ασκητές που καθοδηγούνταν πνευματικά από τον Άγιο. Στο εσωτερικό της μονής ο Κάντοκ ίδρυσε ιερατική σχολή, ένα «εργαστήριο Αγίων», αφού εκεί γαλουχήθηκαν με τα νάματα της πίστεως εξέχουσες πνευματικές μορφές όπως ο Άγιος Finnian και ο Άγιος Barrog. Λέγεται μάλιστα ότι αυτή τη σχολή την επισκέφτηκε – αλλά και δίδαξε μερικές φορές – ο μεγάλος Άγιος Gildos, που διατηρούσε στενή εν Χριστώ φιλία με τον Κάντοκ. Το μοναστήρι του Llancarfan είχε αποκτήσει χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και είχε επιπλέον ένα νοσοκομείο, το οποίο περιέθαλπε όχι μόνο τους μοναχούς, αλλά όλους τους αναγκεμένους της περιοχής. Άξιο αναφοράς είναι το περιστατικό εκείνο της επίθεσης ληστών στο μοναστήρι· το περικύκλωσαν και ετοιμάζονταν να το λεηλατήσουν, όταν ο σοφός και συνετός ηγούμενος ώθησε τους εκατοντάδες μοναχούς να ψάλλουν όλοι μαζί. Έτσι, οι ληστές τράπηκαν ντροπιασμένοι σε φυγή.

Ο Άγιος δεν αναπαύθηκε από το τεράστιο σε διαστάσεις πνευματικό έργο που επιτελούσε, αλλά επιβεβαιώνοντας το ρητό «ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Αποκ. 22, 11) κινήθηκε φλεγόμενος από αποστολικό φρόνημα με κατεύθυνση την Κορνουάλη, τη Σκωτία και την Ιρλανδία, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο και οδήγησε πλήθος ανθρώπων στο Χριστό, ακόμα και στο μοναχικό βίο.

Το 580 με 590 μ.Χ., βρήκε μαρτυρικό τέλος από Αγγλοσάξονες ειδωλολάτρες, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ενώ προσευχόταν για τους χριστιανούς της χώρας του, δηλαδή τους νεοφώτιστους αδελφούς και υιούς του.

Η μνήμη του τιμάται στις 24 Ιανουαρίου εκάστου έτους.

196788.b.jpg

Ιεραποστολή προς τους αιρετικούς

Παραπάνω, ψηλαφήσαμε το ιεραποστολικό φρόνημα του Αγίου Κάντοκ και παρακολουθήσαμε το ουσιαστικό έργο που επιτέλεσε, αφού προσέλκυσε πλήθος ειδωλολατρών στο Χριστιανισμό. Επειδή όμως, οι χώρες που διακόνησε και πρόσφερε την Ορθόδοξη Μαρτυρία ο Άγιος κατοικούνται σήμερα από Χριστιανούς κυρίως αιρετικούς και, επιπλέον, ο μήνας Ιανουάριος λαμπρύνεται από εορτάζοντες ομολογητές και αγωνιστές πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι με τη γενναία και ηρωική τους στάση ωφέλησαν τους αιρετικούς, αξίζει να προσανατολίσουμε τη σκέψη μας πάνω στο ζήτημα της ιεραποστολής προς αυτούς.

Οι Άγιοι Βασίλειος ο Μέγας, ο αδελφός του Γρηγόριος Νύσσης, Κύριλλος και Αθανάσιος αρχιεπίσκοποι Αλεξανδρείας, Μάρκος ο Ευγενικός, Μάξιμος ο Ομολογητής, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρωταρχικά κατέδειξαν στους αιρετικούς την αλήθεια. Έπειτα κατήργησαν το ψεύδος και σε καμία περίπτωση δεν τους εγκατέλειψαν στην πλάνη τους, αλλά αντιθέτως, τους δίδαξαν την αλήθεια ανόθευτη και επανέφεραν πολλούς από αυτούς στην Ορθοδοξία, ακόμα και με κίνδυνο τη ζωή τους.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος υπερέβη τον φιλήσυχο εαυτό του χάριν της ομολογίας της πίστεως και πέτυχε την απελευθέρωση των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως από τα δίχτυα των αιρέσεων, του αρειανισμού και των πνευματομάχων, αλλά και την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Είναι ευρέως γνωστό πως, φτάνοντας στη Βασιλεύουσα, ο Γρηγόριος δε βρήκε ούτε ένα ναό στα «χέρια» των Ορθοδόξων για να λειτουργήσει, παρά μόνον το ναό της Αγίας Αναστασίας, μιας κατ’ οίκον εκκλησίας, από της οποίας τον άμβωνα εκφωνούσε τα συγκλονιστικά του κηρύγματα υπέρ της θεότητας του Αγίου Πνεύματος. Όλη η παραπάνω δράση του είχε ως αποτέλεσμα, παρ’ όλο που αποχωρούσε από τον θρόνο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ως «πληγωμένος αετός», να έχει αποκαταστήσει την Ορθοδοξία στις καρδιές των κατοίκων της.

Υπάρχει λοιπόν, κατά το πρότυπο των ιερών πατέρων που προαναφέραμε, επιτακτική και άμεση η ανάγκη ιεραποστολής. Όχι μόνον των κρατών της αφρικανικής ηπείρου ή των χωρών του «Τρίτου Κόσμου», όπως πολλοί τις αποκαλούνε, αλλά και των εθνών του «δυτικού, πολιτισμένου κόσμου», εις πάντα τα έθνη. Όχι μόνο σε παγανιστές και ειδωλολάτρες, αλλά και σε αιρετικούς Χριστιανούς. Όχι μόνο στους υπανάπτυκτους λαούς, αλλά και στους ανεπτυγμένους. Βεβαίως, με διαφορετικό τρόπο, όχι όμως με διαφορετικό φρόνημα. Σίγουρα στο μεγαλύτερο μέρος του «Δυτικού Κόσμου», οι άνθρωποι δεν πεινούν, δε διψούν, δεν τους λείπουν τα ρούχα. Ωστόσο, οι ψυχές τους πεινούν και διψούν και ποθούν να γνωρίσουν την αλήθεια. Ποια αλήθεια; Τη μία και μοναδική, την Ορθοδοξία.

Από την άλλη πλευρά, δεν επιτρέπεται να γεμίζει η καρδιά μας -όλων όσοι αγωνίζονται για την διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη- από μίσος, εμπάθεια και ανταγωνιστικότητα προς τους αιρετικούς. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει:

«Δεν πολεμώ με υλικά όπλα, αλλά με το λόγο καταδιώκω, όχι τον αιρετικό, αλλά την αίρεση∙ δεν αποστρέφομαι τον άνθρωπο, αλλά μισώ την πλάνη και θέλω να τον αποσπάσω από αυτήν. Δεν κάμνω πόλεμο προς ουσία, αλλά θέλω να διορθώσω τη γνώμη, που τη διέφθειρε ο διάβολος. Το ίδιο και ο γιατρός, θεραπεύοντας τον άρρωστο δεν πολεμά το σώμα, αλλ’ απαλλάσσει το σώμα από την κάκωση»***.

Με ποιον όμως τρόπο επιτελούμε έργο ιεραποστολικό προς τους αιρετικούς;

Με το διάλογο, τη συζήτηση, αν φυσικά είμαστε γνώστες των αληθειών και των εμπειριών της πίστεως μας. Κι αυτή η συζήτηση είναι ανάγκη να διεξάγεται όχι σε συλλογικό επίπεδο, αλλά σε ατομικό. «Αν όμως είμαστε ασθενέστεροι ως προς την πίστη, ας αποφεύγουμε τις συναναστροφές μ’ αυτούς, ας απομακρυνόμαστε από τις συγκεντρώσεις τους, ώστε να μη γίνει η αιτία της φιλίας, αφορμή ασεβείας»****.

Με την παρουσία των Ορθοδόξων μητροπόλεων και ενοριών -που, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν-, οι οποίες λειτουργούν, διακονούν και προσφέρουν Ορθόδοξη μαρτυρία στους κατοίκους των πόλεων και των χωρών του «Δυτικού Κόσμου».

Με το παράδειγμά μας, αφού οφείλουμε να είμαστε -κατά το αγιογραφικό- «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» και πόλις η οποία «οὐ δύναται κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. 5:14). Και τέλος,
Με την προσευχή μας για τους αιρετικούς, που ο Ιερός Χρυσόστομος την αποκαλεί το «ασφαλέστερο όπλο»*****.

╰⊰¸¸.•¨*

* Dmitry Lapa, Venerable Cadoc, Abbot of Llancarfan in Wales
** Χριστοφόρου Κομμοδάτου, Οι Άγιοι των Βρεττανικών νήσων, Αθήνα 1985, σ. 62
*** ΕΠΕ, Λόγος στον ιερομάρτυρα Φωκά, εκδ.«Γρηγόριος Παλαμάς», τ. 37, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 297
**** Χρυσοστόμου, ΕΠΕ, Περί Ακαταλήπτου Β΄, εκδ.«Γρηγόριος Παλαμάς», τ. 35, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 75
***** ΕΠΕ, Περί Ακαταλήπτου Β΄, εκδ.«Γρηγόριος Παλαμάς», τ. 35, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 74-76

196789.b.jpg

Άγιος Κάτογκ (St Cadoc) της Ουαλίας

St Cado.jpg

220px-St_Catwg_in_Catwg.jpg

196790.b.jpg

Ο Άγιος Κάντογκ (St Cadoc) και οι γονείς του

Άγιοι Gundleus (Gwynllyw) & Gwladys

196791.p.jpg

Άγιος Gundleus (Gwynllyw)

ο πατέρας του Αγίου Κατόγκ (St Cadog)

Pure & absolute Confession – Saint Joseph the Hesychast of Holy Mount Athos, Greece (+1959) – August 15

https://saintsofmyheart.wordpress.com

http://holyconfessionofyourheart.wordpress.com

HOLY CONFESSION OF YOUR HEART

SAINTS OF MY HEART

晚霞.jpg

Agios-Iosif-Isihasthis.jpg

Saint Joseph the Hesychast

of Holy Mount Athos, Greece (+1959)

August 15

unnamed-8.jpg

Pure and absolute Confession

Take great care to clean yourself with pure and absolute Confession. Do not leave any sin inside of you, so the enemy cannot find a way to throw you down again.

—Saint Joseph the Hesychast

Holy Mount Athos, Greece (+1959)

Source:

http://www.orthodoxpath.org

http://www.orthodoxpath.org/saints-and-elders-counsels/this-is-where-the-king-is/

ORTHDOX PATH

Ορθοδοξία: Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) Επίσκοπος Ramsbury Αγγίας (+1045) – 22 Ιανουαρίου

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

6f8400863016120bdeef07fa4e46ee76.jpg

St Brithwald_of_Wilton.jpg

Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald)

Επίσκοπος Ramsbury Αγγίας (+1045)

22 Ιανουαρίου

Πηγή:

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com/2013/12/brihtwold-wilton-975-1045.html

Ορθόδοξη Κελτική Εκκλησία

Orthodoxy-Rainbow

Ο Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) ήταν ένας μοναχός στο ιστορικό Μοναστήρι του Glastonbury, στο Somersetshire (Αγγλία). Ο Ιωάννης του Glastonbury τον αποκαλεί “μοναχό με ευλάβεια στην πίστη”. Το 1005, ο άγιος Brihtwold χειροτονήθηκε Επίσκοπος του Ramsbury, όπου υπηρέτησε με πίστη για 40 χρόνια. Σύμφωνα με τον F. Vere Hodge “κάποια στιγμή ένοιωσε αποκομμένος από την μοναστική ζωή και επέστρεψε στο Glastonbury για να τη συνεχίσει” .

Ο Ιωάννης του Glastonbury με συγκίνηση αναφέρει τα αμέτρητα δώρα του αγίου Brihtwold προς το μοναστήρι κατά τη διάρκεια που ήταν Επίσκοπος, από τα οποία τα ποιο ενδιαφέροντα είναι οι τρεις λειψανοθήκες, μια για τον Άγιο Guthlac, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Oswald.

Αυτές είχαν χαραγμένες επάνω τους το παρακάτω κείμενο:

Ο ταπεινός ιερέας, Brihtwold,
προς τον Υψηλότερο Άρχοντα και τη μητέρα Του Μαρία,
προσφέρει αυτά τα μικρά δώρα με ευσεβή καρδιά,
και τα εμπιστεύεται στην παλιά Εκκλησία του Glastonbury
με την ελπίδα να κερδίσει τις γλυκές απολαύσεις της αιωνίου ζωής.

Τον Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) τον θυμούνται και για το προφητικό του χάρισμα. Είχε προφητέψει για τον Άγιο Έντουαρντ τον Ομολογητή. Ο Ιωάννης του Glastonbury μας λέει την ιστορία όπως συνέβη παρακάτω:

Κάποτε, στον καιρό του βασιλιά Cnut (Κανούτος) 1016-1035, αυτός ο άνδρας (ο Άγιος Brihtwold) πέρασε τη νύχτα με ολονύχτια προσευχή, σκεπτόμενος τα βασιλικά αποθέματα της Αγγλίας τα οποία είχαν εξαντληθεί. Καθώς προσευχόταν, τον πήρε ο ύπνος και τότε μεταφέρθηκε στον Ουρανό και είδε τον απόστολο Πέτρο να στέφει τον Άγιο Έντουαρντ σαν βασιλιά (ο Εντουαρντ ήταν γιος του Æthelred, ο οποίος ήταν πατέρας του Edmund Ironside και ήταν εκείνη την εποχή εξόριστος στην Νορμανδία). Είδε τον Πέτρο να αποκαλύπτει την αγιότητα του Έντουαρντ με τα 23 χρόνια στα οποία θα κυβερνούσε. Και όταν ο μοναχός ρώτησε για τη διαδοχή του Έντουαρντ και την επιτυχία του βασιλείου, ο Πέτρος απάντησε «Το βασίλειο της Αγγλίας είναι το βασίλειο του Θεού, μετά τον Έντουαρντ ο Θεός θα φέρει έναν βασιλιά σύμφωνα με τη δική Tου θέληση».

Ο Άγιος Μπρίθγουαλντ (St Brithwald) κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1045 και θάφτηκε στο μοναστήρι όπου είχε αποσυρθεί.