Why is the Church called Apostolic? – ╰⊰¸¸.•¨* Topic 274 of the Catechism of Saint Philaret of Moscow, Russia (+1867) – November 19









Why is the Church called Apostolic?


Topic 274 of the Catechism

of Saint Philaret of Moscow, Russia (+1867)

November 19

Because she has from the Apostles, without break or change, both her doctrine and the succesion of the gifts of the Holy Spirit, through the laying of consecrated hands. In the same sense the Church is called Orthodox, or Right-believing.

“You are no more strangers and foreigners, but fellowcitizens with the saints, and of the household of God; and are built upon the foundation of the apostles and prophets, Jesus Christ himself being the chief corner stone;” (Eph. 2:19-20).




Saint Paisios of Mount Athos in Greece (+1994) & the young George the Tibetan Buddhist monk







Saint Paisios of Mount Athos, Greece (+1994)

July 2


Saint Paisios of Mount Athos in Greece (+1994)

& the young George the Tibetan Buddhist monk



Elder Paisios and the young George from the Far East


George, a young man of sixteen or seventeen, came to Mount Athos in Greece to go from one monastery to another. Though Greek by blood, he had been raised abroad from early childhood among Tibetan Buddhist monks in their monastery. He had made a great deal of progress in meditation, and he had become an accomplished sorcerer, able to summon any demon he wanted. He was also an expert in the martial arts. Using the power of Satan, he made impressive displays of his abilities: he broke hazelnuts in his palm, and tossed away the shells while the nuts remained attached to his hand. He could read closed books. He struck large rocks with his bare hand, and they shattered like walnuts.

Some monks brought George to Saint Paisios so that he could help him. George asked Saint Paisios what powers he had, what he could do, and the St Paisios answered that he himself didn’t have any power, and that all power is from God.

George, wanting to demonstrate his power, concentrated his gaze on a large rock in the distance, and it shattered. Saint Paisios took a small rock and made the sign of the Cross over it, and told him to destroy it too. He concentrated and performed his magic, but he couldn’t shatter it. Then he started trembling, and the satanic powers―which he thought he controlled―since they weren’t able to break the rock, turned against him and hurled him to the opposite bank of the river. Saint Paisios picked him up in a miserable condition.

“Another time,” recounted St Paisios, “while we were talking, he suddenly stood up, grabbed me by the arms and spun me around backward. ‘Let’s see Hadjiefendis get you lose, if he can,’ he said. I felt it was like blasphemy to say that. I moved my hands a little, like this, and he was jerked away. He jumped up in the air and tried to kick me, but his foot stopped near my face, like it had hit an invisible wall! God protected me.

“At night, I kept him there, and he slept in my cell. The demons dragged him down into the pit and thrashed him for failing. In the morning he was in a bad state, injured and covered in thorns and dirt. He confessed, ‘Satan beat me up because I couldn’t defeat you.’”

St Paisios convinced George to bring him his magical texts, and he burned them. “When he came here”, St Paisios recalled, “he had some sort of charm or amulet with him. I went to take it, but he wouldn’t give it to me. I took a candle and said, “Lift the leg of your pants up a little.” Then I put the lit candle against his leg―he yelled and jumped up. “Well,” I said, “if the flame from a little candle is for you, how are you going to endure the fire of hell that you’re going to end up in because of what you’re doing?”

St Paisios kept the young man close to him for a little while and helped him, so long as he was willing to be obedient. He felt such compassion for him that he said, “I would leave the desert and go out into the world to help this boy.” He made an effort to learn if he had been baptized and even found out the name of the church where his baptism had taken place. Shaken by the power and the grace of the Elder, George wanted to become a monk, but he wasn’t able to.

Saint Paisios would refer to George’s case to show what a delusion it is to think that all religions are the same, that everyone believes in the same God, and that there’s no difference between Tibetan Buddhist and Orthodox monks.

From the Book:

Elder Paisios of Mount Athos

©2012 For the English Language by The Holy Monastery Saint Arsenios the Cappadocian

Ορθοδοξία: Άγιος Ναθάλαν (St Nathalan) Ισαπόστολος & Επίσκοπος Tullich Σκωτίας (+678) – 19 Ιανουαρίου





Η αρχαία Ορθόδοξη εκκλησία που έκτισε ο Άγιος Ναθάλαν (St Nathalan)

στο Cowie της Σκωτίας τον 7ο αιώνα


Άγιος Ναθάλαν (St Nathalan / Nachlan)

Ισαπόστολος & Επίσκοπος Tullich Σκωτίας (+678)

19 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Ναθάλαν ή Νάχλαν (St Nathalan ή Nachlan) είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος που έδρασε στην περιοχή Aberdeenshire της Σκωτίας.

Ο Άγιος Ναθάλαν (St Nathalan) γεννήθηκε στο χωριό Tullich της Σκωτίας, όπου και έγινε Επίσκοπος. Η παλαιότερη εκκλησία στο Tullich ιδρύθηκε από τον Άγιο Ναθάλαν τον 7ο αιώνα. Επίσης, έχτισε εκκλησίες στο Bothelim και στο Colle της Σκωτίας. Ο Άγιος Ναθάλαν ήταν ένας ευγενής που καλλιεργούσε τη γή. Κατείχε μια μεγάλη περιουσία, την οποία καλλιέργησε και μοίρασε τη συγκομιδή απλόχερα στους φτωχούς.

Ο Άγιος Ναθάλαν ήταν ένας από τους Αποστόλους της Σκωτίας και κατασκεύασε το πρώτο μικρό παρεκκλήσι στο ανεμοδαρμένο Cowie της Σκωτίας κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα.

Ένα πολύ βροχερό καλοκαίρι ο μεγάλος Άγιος Ναθάλαν, στην αδυναμία μιας στιγμής, καταράστηκε τη βροχή η οποία εμπόδιζε την συγκομιδή. Αμεσώς μετανόησε και ως πράξη  μετάνοιας για τη μεγάλη αμαρτία του που καταράστηκε την δημιουργία του Θεού έβαλε αλυσίδες με λουκέτο στο δεξί του χέρι και στο δεξί πόδι του, πέταξε το κλειδί στον ποταμό Dee και αλυσσοδεμένος ξεκίνησε με τα πόδια να πάει στη Ρώμη για να ζητήσει συγχώρεση.

Όταν έφτασε στη Ρώμη κάθισε για δείπνο και όταν έκοψαν στη μέση ένα μεγάλο μαγειρεμένο ψάρι βρήκε το κλειδί των αλυσσιδών του το οποίο είχε ρίξει στον ποταμό Dee πολλούς μήνες προηγουμένως.

Ο Άγιος Ναθάλαν (St Nathalan) κοιμήθηκε οσιακά το 678 και τιμάται ως ένας από τους Ισαποστόλους της Σκωτίας.





Orthodox Heart






Saint Nathalan (St Nachlan), Bishop of Tullich, Scotland (+678) – January 19




The ancient Cowie Church of St Nathalan in Scotland

7th century


Saint Nathalan / Nachlan

Bishop of Tullich, Scotland (+678)

January 19

Saint Nathalan or Nachlan (+678) is a saint who was active in the district now known as Aberdeenshire, Scotland. He is also known by the names Saint Nachlan and Saint Nauchlan.

Saint Nathalan was born in the village of Tullich, for which he was eventually appointed as bishop. The earliest church in Tullich was founded by Saint Nathalan in the 7th century. He also built churches at Bothelim and Colle. He was a nobleman who cultivated. He possessed a large estate, which he cultivated and distributed his harvest generously to the poor. He was one of the Apostles of that country.

Saint Nathalan is reputed to have built the first small chapel on the windswept clifftop at Cowie sometime during the 7th century.

One very rainy summer the great saint, in a moment’s weakness, cursed the rain which was hindering the harvest. In penitence for his great sin in cursing God’s creation, Saint Nathalan padlocked his right arm to his right leg, tossed the key into the River Dee and set off to walk to Rome to seek forgiveness. Upon reaching Rome he sat down to supper. However, when he cut open the fish laid before him he found the very key that he had thrown into the Dee many months previously. A pool in the river nearby is still known as “the key pool” for this reason.

Saint Nathalan died on 678.

Source: Wikipedia







Video: Σταυροί σχηματίζονται πάνω από το Άγιο Φώς, Ιεροσόλυμα 2015




Σταυροί σχηματίζονται πάνω από το Άγιο Φώς, Ιεροσόλυμα 2015

Το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” για Κληρικούς και λαϊκούς – π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος


Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με»

για κληρικούς και λαϊκούς





Κάποτε, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είχε μία συζήτηση με έναν σεβάσμιο Γέροντα, ονόματι Ιώβ.

Ο Άγιος υπεστήριζε ότι όλοι: νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες, μοναχοί και λαϊκοί, μικροί και μεγάλοι, μπορούν να προσεύχωνται αδιαλείπτως, επικαλούμενοι μέσα από την καρδιά τους τον Ιησού και μάλιστα με την καρδιακή λεγομένη Νοερά προσευχή.

Ο μοναχός Ιώβ είχε επίμονα τις αντιρρήσεις του και επέμενε ότι αυτό είναι έργο μόνο των μοναχών και ασκητών της ‘ερήμου’.

Μετά την συνομιλία τους ανεχώρησε ο καθένας στο κελλάκι του. Και θέλησε ο Ιώβ να προσευχηθεί και μάλιστα νοερά. Και να, πως ο Θεός εδικαίωσε τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Στέλνει, λίαν φιλανθρώπως και με άπειρον αγάπη, ουρανόθεν Άγγελο, για να τον διδάξει, ως αμαθή και πείσμονα, εκείνα που δεν γνώριζε, εκείνα που δεν του απεκαλύφθησαν και εκείνα που δεν πίστεψε από το στόμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Τι άραγε, να του είπε;

Όλος ανέσπερο φως ο θείος Άγγελος είπε στο μοναχό Ιώβ:

-Μην αμφιβάλλεις ουδόλως, ω πρεσβύτα Ιώβ, για όλα εκείνα που σου απεκάλυψε ο ιερός Γρηγόριος. Η καρδιακή προσευχή ανήκει σε όλους και από του νυν ούτω θα φρονείς και ούτω θα ομολογείς.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που συστηματοποίησε την Νοερά προσευχή και άθληση και την πρόσφερε πλέον ως διδασκαλία πνευματικά μεστωμένη, υπεστήριζε ότι πρέπει πρώτα να μάθουν όλοι οι ιερείς να εργάζωνται αυτήν την νοερά εργασία, αρχίζοντας από την προφορική Ευχή, και ύστερα να την προσφέρουν στο ποίμνιό τους και ειδικώτερα στα παιδιά.

Μάλιστα, συνιστούσε ο Άγιος η διδασκαλία να αρχίζει από τα σχολεία. Για τις ημέρες μας όμως αυτό είναι όχι μόνο χίμαιρα, αλλά θα μπορούσε να πει κάποιος και εξωφρενικό.

Ποιος δάσκαλος σήμερα θα τολμούσε να μιλήσει στα παιδιά για την Νοερά προσευχή;

Κάποιος όμως νεαρός δάσκαλος το τόλμησε πριν από δέκα περίπου χρόνια, σε κάποιο Δημοτικό σχολείο του Κερατσινίου. Συνιστούσε στα παιδιά για ένα λεπτό να λένε όλα μαζί «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Το έλεγαν και κατέβαινε σύννεφο θείας Χάριτος και όλα τα παιδιά ήσαν ήσυχα! Και παρέμεναν ήρεμα μέχρι το τέλος των μαθημάτων. Και αυτήν την ‘Παλαμική’ υπόδειξη την συνέχισε για αρκετά χρόνια, με τα ίδια πάντοτε αποτελέσματα.

Στο βιβλίο ‘Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού’ βλέπουμε στο πρόσωπο του Προσκυνητού να αναζωπυρώνεται ο πόθος για την εφαρμογή του θεόπνευστου ρήματος του Αποστόλου Παύλου: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αυτό το αποστολικό παράγγελμα ήτο που του άναψε τον θεϊκό ζήλο και η λαχτάρα του γι’ αυτό, τον έκανε να ρωτά παντού και να παρακαλεί τον Θεό να του στείλει διδάσκαλο ικανό και απλανή.

Αναφέρεται στο βιβλίο ότι: «Την εσωτερική προσευχή μπορεί να την αποχτήσει και να την κάνει μέσο επικοινωνίας με τον Ιησού ο καθένας. Δεν κοστίζει τίποτα, παρά την προσπάθεια να βυθιστούμε στην σιωπή και στα βάθη της καρδίας μας, καθώς και στη φροντίδα για την όσο το δυνατόν συχνότερη επίκληση του γλυκυτάτου Ονόματος του Ιησού, που γεμίζει τον άνθρωπο με αγαλίαση».

Για να προχωρήσει όμως η νοερά αυτή εσωτερική εργασία, είναι απαραίτητη η παρουσία εμπείρου και απλανούς οδηγού, όπως στην συνέχεια αναφέρει και ο Προσκυνητής: «Ο Πνευματικός οδηγός μου με άφησε να φύγω, δίδοντάς μου την ευλογία του και λέγοντάς μου ότι κατά το διάστημα, που θα έκανα εξάσκηση για την προσευχή, θα έπρεπε συχνά να τον επισκέπτωμαι και να του λέγω με λεπτομέρεια κάθε απορία και δυσκολία, που θα συναντούσα, επειδή η εσωτερική προσευχή δεν μπορεί να προχωρήσει καλά και με επιτυχία, χωρίς την καθοδήγηση του πνευματικού διδασκάλου…

…Βέβαια εις την αρχή τα πράγματα επήγαν καλά, μα έπειτα η προσπάθεια μ’ εκούραζε πολύ. Αισθανόμουν οκνηρία και στενοχώρια. Μ’ εκυρίευε η νύστα και σύννεφα από σκέψεις όλων των ειδών με περικυκλώσανε.

Επήγα με θλίψη εις τον οδηγό μου να εξομολογηθώ την κατάστασή μου. Παιδί μου, μου είπε, ήρθε επάνω σου η επίθεση του κόσμου του σκότους, επειδή ο κόσμος εκείνος τίποτε άλλο δεν έχει χειρότερο από την ιδική μας εγκάρδια προσευχή. Ο κόσμος αυτός του σκότους προσπαθεί με κάθε τρόπο να σ’ εμποδίσει και να σε απομακρύνει από την προσευχή της καρδίας. (Γιατί; Γιατί σε φθονεί, σε ζηλεύει. Γιατί αν κερδίσεις, του πήρες τη θέση. Ποια θέση; Εκείνη, από την οποία εξέπεσε και την οποία έχασε τότε, υπερηφανευθείς και σκεφθείς ισοθεΐαν). Όμως μη φοβείσαι. Ο Θεός ουδέποτε επιτρέπει τον πειρασμό να είναι για τον άνθρωπο μεγαλύτερος από ό,τι χρειάζεται. Φαίνεται πως πρέπει η ταπείνωσή σου να δοκιμαστεί ακόμα, γιατί, παρά τον περίσσιο σου ζήλο (και την προθυμία) είναι ίσως πολύ νωρίςνα πλησιάσεις την υψηλότερη είσοδο της καρδιάς (να εισέλθει, δηλαδή, κάπως βαθύτερα στον χώρο της καρδιάς). Υπάρχει φόβος να πέσεις σε πνευματικό χάος».

Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εμείς, πριν αρχίσουμε την Νοερά προσευχή, καλό θα είναι να επαναλαμβάνουμε το: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι» την νοερά και μυστική αυτή προσευχή των αγίων Σου Πατέρων. Και ο Κύριος με κάποιον πιστό δούλο Του, αγαθό και απλανή οδηγό, θα μας διδάξει τον τρόπο, ώστε να μπορούμε κι εμείς να ανοίγουμε και να εκχέουμε την καρδιά μας μπροστά σ’ Εκείνον, τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο και ωραιότερο και ωφελιμότερο από την πνευματική επικοινωνία με τον Χριστό! Προκειμένου λοιπόν να γκρινιάζουμε ή να μουρμουρίζουμε ή να λέμε οτιδήποτε άλλο, άσκοπο ή αμαρτωλό, ας επαναλαμβάνουμε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και μέσα στο ναό ακόμα. Σκύψιμο της κεφαλής και «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».

>Γλυκάθηκε ο νους; Ε, δεν ξεκολλά από την Ευχή.
>«Ηυφράνθη η καρδία»; Σκλαβώθηκε για πάντα από την θεία αγάπη, από τον θείο έρωτα. Άραγε, δεν το έχετε νοιώσει ποτέ αυτό;…
Εκείνο, λοιπόν, που ενδιαφέρει όλους εμάς, που ζούμε μέσα στον κόσμο, τον φοβερά αμαρτωλό και ξεδιάντροπο, είναι να λέμε την Ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», κατ’ αρχάς και για αρκετό καιρό προφορικά, φωναχτά ή ψιθυριστά με το κομποσχοίνι, και ύστερα από μέσα μας, παντού και πάντοτε. Όσο περισσότερο θα λέγεται η Ευχή, με υπομονή και με θέρμη ψυχής, τόσο γρηγορώτερα θα γίνει κτήμα μας ένας νέος τρόπος ζωής. Τότε, εφ’ όσον θα έχουν προηγηθεί αρκετές προσπάθειες και πολλοί πειρασμοί, θα αισθανώμεθα και θα βιώνουμε την προσευχή μέσα μας. Θα πυρπολούμεθα από την Ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», θα γεμίζουμε, θα πληρούμεθα από την χάρι της Ευχής, της Νοεράς προσευχής, και θα καθιστάμεθα ολόκληροι μια προσευχή!…

Και τότε η θεία Χάρις θα λάμπει στο πρόσωπό μας. Μέσα στους πειρασμούς θα έχουμε ειρήνη στην καρδιά. Μέσα στους διωγμούς και στα μαρτύρια, θα έχουμε την χάρι της υπομονής και της ησυχίας από την καλή μαρτυρία της συνειδήσεώς μας. Θα μας θλίβει ο ένας, θα μας κατατρέχει ο άλλος, αλλά μέσα μας θα βασιλεύει μια παράδοξη και ανείπωτη γλυκύτητα.

Αποσπάσμα από το βιβλίο “Η Ευχή μέσα στον κόσμο” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου


Plus l’homme mène une vie spirituelle, plus il se spiritualise – Saint Jean de Cronstadt, Russie (+1908) ╰⊰¸¸.•¨* French








Saint Jean de Cronstadt, Russie (+1908):

Plus l’homme mène une vie spirituelle, plus il se spiritualise. En tout il commence à voir Dieu, en tout il voit la manifestation de sa toute-puissance. Toujours et partout il se voit comme demeurant en Dieu et dans sa dépendance. Mais plus l’homme mène une vie charnelle, plus il devient entièrement charnel. Il ne voit Dieu en rien, même dans les manifestations les plus miraculeuses de sa Toute-puissance. Il ne voit partout et toujours que réalité charnelle et matière: “Il n’y a point de crainte de Dieu devant ses yeux”(Ps. 35:2).