Ο “Όρος” Θεοτόκος – Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

http://orthodoksa-istologia.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

DBS5-muUMAELgmp

Ο “Όρος” Θεοτόκος – Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET – ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Στό Κεφάλαιο αὐτό θά συγκεντρώσουμε τά Ὀρθόδοξα ἐπιχειρήματα γιά τήν ὀνομασία «Θεοτόκος» τῆς Παναγίας μας.

Ἀπό τό Βυζάντιο ἔχουμε τό ἑξῆς περιστατικό: «Περισσότερο ἀπό ὅλες τίς ἅγιες μορφές ἀπεχθανόταν ὁ τύραννος [Κοπρώνυμος] τήν μορφή τῆς Θεομήτορος, τῆς Δέσποινάς μας καί Κοσμοσώστιδος, διότι δι᾽ αὐτῆς οἱ πιστοί ἀνέπεμπαν τίς ἱκεσίες τους καί τελοῦσαν τίς ὁλονύκτιες στάσεις τους. Καί δι᾽ αὐτῆς παρακινοῦσαν μέ δάκρυα σέ πρεσβεία τοῦ Υἱοῦ Της καί Θεοῦ. Ἐπιπλέον δέ βλασφημοῦσε καί τήν ἀρνεῖτο ἐξολοκλήρου, ἐπειδή τάχα δέν μποροῦσε μετά τόν τόκο νά μεσιτεύη, προσπαθοῦσε δέ νά ἀποδείξη τό λόγο, ὁ ἄλογος. Ἔτσι κάποια μέρα, ἐνῶ βρίσκονταν κοντά του πολλοί ἀπό τούς ὁμόφρονές του, γέμισε ἕνα μαντήλι μέ χρυσό καί ἐπιδεικνύοντάς το αἰωρούμενο ρώτησε: “Πόσο, φίλοι μου, ἀξίζει αὐτό;” Ἐκεῖνοι δέ ἀπάντησαν ὅτι ἔχει μέγιστη ἀξία. Τότε ἐκεῖνος ρίχνοντας τόν περιεχόμενο χρυσό καί κινώντας τό μαντήλι κενό στό ἀέρα, ρώτησε πάλι· “Καί τώρα ποιά ἀξία ἔχει;” Ἐπειδή δέ κανείς δέν τόλμησε νά ἀπαντήση, ὤ τῆς βραδύτητος τῆς θείας Δίκης!, ξεστόμισε λόγο παράνομο ὁ ἀκάθαρτος, ὅτι ἔτσι καί ἡ Μαρία, ὅταν εἶχε τό Χριστό στή κοιλιά της εἶχε ἀξία, μετά δέ τήν γέννησι καμμία ἀξία δέν εἶχε, ἀλλά ἦταν σάν μία ἀπό τίς συνηθισμένες γυναῖκες, καί ὅτι ἑπομένως οἱ φρόνιμοι, εἶπε, πρέπει νά σκέπτωνται, ὅπως ἐγώ». Ἀπάντησι, βέβαια, σ᾽ αὐτό εἶναι ἡ πίστι τῆς Ἐκκλησίας μας: Τό μαντήλι καί ὁ χρυσός δέν ἔχουν καμμιά συνάφεια μεταξύ τους, ἐνῶ, στή σάρκωσι τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος ἔδωσε σ᾽ Αὐτόν σάρκα καί αἷμα τά ὁποῖα θά φέρη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

• Κι ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἀντ. Ἀλεβιζόπουλος: «Ὅ,τι συμβαίνει στό σῶμα Του, συμβαίνει σέ Αὐτόν τόν Ἴδιο, γιατί εἶναι πραγματικά δικό Του σῶμα (πρβλ. Πρξ 20, 28). Ἔτσι λέμε πώς ἡ παρθένος Μαρία ἔγινε πραγματικά “μήτηρ τοῦ Κυρίου”, δηλαδή ἀληθινή Θεοτόκος (Λκ 1, 43)».

***

Γράφει καί ὁ π. Ἀθανάσιος Σιμωνοπετρίτης: «Θυμᾶμαι χαρακτηριστικά μία περίπτωσι ἑνός ἑλληνομαθοῦς πάστορος Γερμανοῦ ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει στή Θεσσαλονίκη. Ὁ ἄνθρωπος πάρα πολύ σκανδαλιζόταν γιατί τιμοῦμε τήν Παναγία μας. Ἀφοῦ τόν κέρασε ὁ π. Παΐσιος, τόν ρώτησε:

—Τί δουλειά κάνεις;

—Θεολόγος εἶμαι.

Ὁ διορατικός Γέροντας τόν κοίταξε ἐρευνητικά καί τόν ρώτησε:

—Ἁπλῶς “θεολόγος” εἶσαι ἤ μήπως εἶσαι καί κάτι ἄλλο;

—Ὄχι, εἶμαι καί πάστωρ.

—Ἄ, καλά· Πῶς σοῦ φάνηκε τό Ἅγιον Ὄρος; Σοῦ ἄρεσε;

—Ὅλα μοῦ ἄρεσαν, ἀλλά ἐδῶ πολύ τιμᾶτε τήν Παναγία!

—Γιατί σοῦ κακοφαίνεται αὐτό;

—Αἴ, νά, περισσότερο πρέπει νά τιμᾶτε τό Χριστό.

—Μά, τιμώντας τήν Παναγία, τό Χριστό τιμᾶμε!

— Αἴ, ὄχι πάτερ, δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ἐπέμενε ἐκεῖνος.

Ὁπότε ὁ Γέρων Παΐσιος χρησιμοποιώντας ἕναν ὡραῖο ποιμαντικό τρόπο, τοῦ λέει:

—Ἐσένα ἡ μάνα σου, σόι γυναῖκα δέν εἶναι!

—Ποῦ τήν ξέρεις τή μάνα μου καί τή βρίζεις;

— Αἴ, ὅπως ἐγώ δέν ξέρω τή μάνα σου καί τή βρίζω καί σοῦ κακοφαίνεται, ἔτσι κι ἐμένα μοῦ κακοφαίνεται γιατί δέν ξέρεις τή Μάνα μου τήν Παναγία καί λές τέτοια πράγματα! Ἄντε, τό λοιπόν, νά σοῦ πῶ τί εἶναι ἡ Παναγία…

Ἄρχισε νά τοῦ λέη γιά τήν Παναγία, ἔτσι μ᾽ ἕνα πολύ ὡραῖο τρόπο, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος τά ἔχασε! Μάλιστα, συγκεκριμένα τοῦ εἶπε ἕνα παράδειγμα μ᾽ ἕνα σωλῆνα. Τόν ρώτησε:

— Ἀπό ἕνα σωλῆνα ὅταν περάση τό νερό, ἔχει ὁ σωλήνας αὐτός καμμιά ἀξία;

—Ὄχι, δέν ἔχει καμμιά ἀξία. Ἁπλῶς βοήθησε, πέρασε τό νερό καί ἀπό ᾽κεῖ καί πέρα ὁ ρόλος του τελείωσε· ἀπάντησε ὁ πάστωρ.

Ὁ π. Παΐσιος συνέχισε:

—Ναί, ἡ Παναγία ὅμως δέν εἶναι ἕνας σωλήνας πού ἁπλῶς πέρασε ἀπό μέσα τό Νερό. Εἶναι ἕνας σπόγγος οὐράνιος πού κρατάει συνέχεια τόν Χριστό, γι᾽ αὐτό λέγεται Θεοτόκος, γι᾽ αὐτό κι ἐμεῖς τήν τιμοῦμε!

Μέ αὐτό τό ἁπλό παραδειγματάκι, ὁ ἄνθρωπος δέν ξέρω ἄν πείσθηκε ἀπολύτως, πάντως ξέρω ὅτι εἰρήνευσε καθώς ἔφυγε ἀπό τό Γέροντα».

***

Ὁ ἐξαίρετος Θεολόγος Ν. Σωτηρόπουλος κρίνει μερικές αἱρετικές θέσεις: «Ἡ μεγαλειώδης γυναῖκα [τοῦ 12ου κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως] δέν εἶναι ἡ ἀθλία ὀργάνωσι τῶν ψευδομαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ. Εἶναι ἡ ὑπέρλαμπρη μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ (στίχ. 5. Πρός τή φρασεολογία τοῦ Ἀπκ 12, 1-2, πρβλ. τήν στόν Ἡσ. 7, 14 προφητεία περί Ἐμμανουήλ — σημεῖον, ἐν γαστρί ἔχειν, τίκτειν). Ἔπειτα δέ ἡ θαυμαστή γυναῖκα εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ πνευματική μητέρα ὅλων μας (στίχ. 17· πρβλ. καί 21, 2, 10· Γαλ. 4, 26· Ἑβρ. 12, 22). Ἡ Θεοτόκος εἶναι τύπος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ρόλος καί οἱ τύχες τῆς Θεοτόκου εἶναι ἀνάλογα πρός τό ρόλο καί τίς τύχες τῆς Ἐκκλησίας. Γεννᾶ ἡ Θεοτόκος τό Χριστό; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία ὠδίνει, μέχρις ὅτου γεννηθῆ ὁ Χριστός στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς (πρβλ. Γαλ. 4, 19). Στή δέ Παλαιά Διαθήκη ἡ ἔλευσι τῆς μεσσιακῆς ἐποχῆς παρίσταται σάν τοκετός τῆς Συναγωγῆς, ἐμφανιζομένης σάν γυναίκας (Ἡσ. 66, 7-8). Ἔφυγε, ἐπίσης, ἡ Θεοτόκος στήν Αἴγυπτο λόγῳ τοῦ διωγμοῦ τοῦ Ἡρώδη καί ρομφαία διῆλθε τήν ψυχή αὐτῆς λόγῳ τῆς σταυρώσεως τοῦ υἱοῦ της; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς διώκεται καί ὀδυνᾶται καί φεύγει πνευματικῶς, ἀλλά καί κυριολεκτικῶς στήν ἔρημο.

Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλειώδης καί θαυμαστή γυναῖκα, τήν ὁποία εἶδε σέ ὅραμα ὁ Ἰωάννης. Ἄν δέ καί ἀρχικῶς εἶδε αὐτή στόν οὐρανό, τοῦτο συνέβη, διότι πᾶν τό ἐπί τῆς γῆς προϋπῆρχε στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί ἦταν προαποφασισμένο στόν οὐρανό, ἰδέα, τήν ὁποία πολλές φορές ἡ Γραφή τονίζει. Ἔτσι π.χ. στό Ἐφ 1, 4 λέγεται, ὅτι ὁ Θεός “ἐξελέξατο ἡμᾶς πρό καταβολῆς κόσμου”, ἐνῶ τότε ἐμεῖς δέν ὑπήρχαμε στήν πραγματικότητα· στό δέ Ἀπκ 13, 8 τό Ἀρνίο παρίσταται “ἐσφαγμένο ἀπό καταβολῆς κόσμου”, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἐσφάγη στίς ἔσχατες ἡμέρες ἐπί Ποντίου Πιλάτου. Τά ἐπί τῆς γῆς ὑπάρχοντα καί συμβαίνοντα οἱονεί ἔχουν καί τά ἀρχέτυπά τους στόν οὐρανό.

Ὅτι δέ πράγματι ἡ ὑπέρλαμπρη γυναῖκα τοῦ ὁράματος τοῦ Ἰωάννου παριστᾶ τή Θεοτόκο, συγχρόνως δέ καί τήν Ἐκκλησία, αὐτό φαίνεται καί ἀπό τή φύσι καί τήν ἀποστολή τοῦ τέκνου, τό Ὁποῖο γέννησε».

• Ἀκόμα: «Στό Ἀπκ 12, 5 διαβάζουμε: “Καί ἔτεκεν υἱόν ἄρρενα, ὅς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τά ἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ· καί ἡρπάσθη τό τέκνον αὐτῆς πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ”. Τό τέκνο κατά τούς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ βασιλεία πού δόθηκε στό Χριστό τό 1914. Ἠλίθια ἑρμηνεία γιά πολλούς λόγους. Ἰδού μερικοί. Ἡ διά πλεονασμοῦ ἔμφασι στή φράσι “υἱόν ἄρρενα” συνηγορεῖ ὑπέρ προσώπου, δηλαδή, πραγματικοῦ υἱοῦ, καί ὄχι ὑπέρ ἰδιότητος ἤ καταστάσεως, δηλαδή βασιλείας. Ἡ ἔννοια τῆς βασιλείας περιέχεται στό “ποιμαίνειν” καί στό “ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ”. Τό “μέλλει”, ἐπίσης, δείχνει ὅτι πρόκειται περί γεννήσεως πραγματικοῦ νηπίου, τό ὁποῖο ἔμελλε νά ἀσκήση τήν βασιλική ἐξουσία ὅταν θά ἀνδρωνόταν. Ἄν ὁ γεννηθείς υἱός ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε ἔπρεπε νά ἀποδώσουμε: “Καί ἐγέννησε βασιλείαν, ἡ ὁποία μέλλει νά βασιλεύσῃ…”. Ἀλλά δέν βασιλεύει ἡ βασιλεία· βασιλεύει ὁ βασιλέας. Καί δέν ἐνεργεῖται μία βασιλεία στό μέλλον, ἀλλά ἀπό τήν στιγμή κατά τήν ὁποία γεννιέται. Ἄν ὁ γεννηθείς υἱός ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε ἔπρεπε, ἐπίσης νά ἀποδώσουμε: “Καί ἠρπάσθη ἡ βασιλεία πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ”. Ἀλλά τέτοια ἀπόδοσι ποιό νόημα θά εἶχε; Ἄν ὁ γεννηθείς υἱός ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε πάλι πῶς κατόπιν τοῦ πολέμου στόν οὐρανό καί τῆς νίκης τῶν ἀγαθῶν δυνάμεων κατά τῶν κακῶν λέγεται στό στίχ. 10, ὅτι “ἄρτι ἐγένετο ἡ σωτηρία καί ἡ δύναμις καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καί ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ”; Δύο βασιλεῖες ἔγιναν, δηλαδή, μία κατά τήν γέννησι τοῦ τέκνου καί μία κατά τήν νίκη στόν οὐρανό; Ἄν τέλος ὁ υἱός τῆς γυναίκας ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε “οἱ λοιποί τοῦ σπέρματος αὐτῆς, οἱ τηροῦντες τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ καί ἔχοντες τήν μαρτυρίαν Ἰησοῦ”, κατά τόν στίχ. 17, τί εἶναι; Ἄλλες βασιλεῖες εἶναι αὐτοί; Πολυάριθμες βασιλεῖες τοῦ Θεοῦ ὑπάρχουν;

Καθένας πού δέν κατέχεται ὑπό “πνεύματος (δαιμονίου) πλάνης” καί δέν εἶναι ψυχικά διεστραμμένος, ἀσφαλῶς δέν χρειάζεται πολύ νοῦ γιά νά καταλάβη ὅτι ὁ υἱός τῆς γυναίκας, πού ἔμελλε νά ποιμάνη ὅλα τά ἔθνη μέ ράβδο σιδηρά, εἶναι ὁ Μεσσίας Χριστός. Ἡ πρότασι, “ὅς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τά ἔθνη ἐν ράβδῳ σιδηρᾷ”, ἔχει ληφθῇ ἀπό τόν 2ο Ψαλμό, ὁ ὁποῖος εἶναι σαφῶς μεσσιακός. Ἀναφέρεται στό Χριστό, καί, μάλιστα, ὡς βασιλέα. Ἐπίσης, δέν ἀπαιτεῖται πολύς νοῦς γιά νά καταλάβη κάποιος, ὅτι ἡ πρότασι, “καί ἡρπάσθη τό τέκνον αὐτῆς πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ”, ἀναφέρεται στήν ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ.

Ὥστέ τό ἄρρεν δέν εἶναι ἡ βασιλεία τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἡ ὁποία δόθηκε στό Χριστό τό 1914, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ βασιλέας Χριστός πού γεννήθηκε ἐπί Ἡρώδου τοῦ μεγάλου».

• Ἐπίσης: «Ὁ Χριστός εἶναι υἱός ἀνθρώπου [μόνο σ᾽ Αὐτόν κυριολεκτεῖται ὁ ὅρος], ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός γονέως, τῆς Παρθένου Μαρίας».

• Ἐπιπλέον: «“Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ”(Λκ 1, 35). Πνεῦμα Ἅγιο δηλαδή, θά ἔλθη ἐπάνω σου καί δύναμις τοῦ Ὑψίστου θά σέ ἐπισκιάση. Γι᾽ αὐτό καί τό ἅγιο βρέφος, πού θά γεννηθῆ, θά ὀνομασθῆ υἱός Θεοῦ, θά εἶναι υἱός Θεοῦ. Συμφώνως πρός αὐτά τά λόγια ὁ Θεός μέ τή δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Του σχημάτισε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά καθαρά αἵματα τῆς Παρθένου. Καί ἔτσι ὁ Χριστός εἶναι ἅγιο τέκνο, ὅπως ἅγιο εἶναι καί τό Πνεῦμα καί ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπίσης εἶναι καί ὡς ἄνθρωπος υἱός Θεοῦ, ὄχι υἱός ἀνδρός.

Κάθε υἱός εἶναι υἱός γυναικός καί ἀνδρός, ὁ Χριστός εἶναι υἱός Παρθένου καί Θεοῦ. Κάθε τέκνο εἶναι ἀκάθαρτο λόγῳ τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας, τό τέκνο Ἰησοῦς εἶναι ἅγιο».

***

Ἰδού καί μία σύνοψι τῆς σωτηρίας μέ αὐτουργό τόν Ἴδιο τό Θεό πού σαρκώθηκε κι ἔτσι ἡ μητέρα Του εἶναι Θεοτόκος: «Μέσα στόν ἀπερίγραπτης ὡραιότητος κῆπο ζοῦσαν δύο μόνο ἄνθρωποι. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα. Εἶχαν ὅλα τά ἀγαθά. Ἕνα ἀπ᾽ αὐτά ἦταν καί τό φῶς. Ὄχι τόσο τό φυσικό, ὅσο τό πνευματικό φῶς, πού πήγαζε ἀπ᾽ τό Δημιουργό τους κι ἔλουζε κυριολεκτικῶς τήν ὕπαρξί τους. Ξαφνικά, ὅμως, αὐτό τό φῶς ἔσβησε. Τί εἶχε συμβῆ; Τό μεγαλύτερο τρομοκρατικό κτύπημα, πού δέχθηκε ποτέ τό ἀνθρώπινο γένος. Δράστης ὁ μεγαλύτερος τρομοκράτης ὅλων τῶν αἰώνων, ὁ Διάβολος. Θύματα, οἱ πρωτόπλαστοι, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἀπόγονοί τους. Μέ τήν παρακοή στή θεία ἐντολή “ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος”(Ρμ 5, 12). Τό καλώδιο, μέσῳ τοῦ ὁποίου διοχετευόταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στά πλάσματά Του, καταστράφηκε. Οἱ προβολεῖς τοῦ οὐρανοῦ ἔσβησαν. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου σκοτίσθηκε. Ἡ ἀνθρωπότητα βυθίσθηκε στό σκοτάδι, πού ὁλοένα καί μεγάλωνε λόγῳ ὑπερφορτώσεως τοῦ “δικτύου” της μέ περισσότερες ἁμαρτίες. Ὁ ἄνθρωπος νοσταλγοῦσε τό φωτισμένο Παράδεισο, τόν ὁποῖο εἶχε χάσει. “Ἔχρῃζε τῆς τοῦ φωτός παρουσίας ὁ καθειργμένος τῷ σκότει”, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (“χρειαζόταν τήν παρουσία τοῦ φωτός ὁ φυλακισμένος στό σκοτάδι”). Ἕνα σκοτεινό κελλί φυλακῆς ἦταν γι᾽ αὐτόν ἡ γῆ. Καί ἀνέμενε κάποια ἀμυδρή ἀκτῖνα φωτός νά εἰσέλθη ἀπ᾽ τό παράθυρο. Ἀνέμενε μέ ἀγωνία Ἐκεῖνον, πού θ᾽ ἀποκαθιστοῦσε τή βλάβη καί θά ἐπανέφερε τό φῶς στή σκληρή καί ἄχαρη ζωή του. Κάπου-κάπου ἀκουόταν κάποιο ἔκτακτο δελτίο εἰδήσεων, πού τόν πληροφοροῦσε ὅτι ὁ “Ἠλεκτρολόγος” ἔρχεται. Ἦταν ἡ φωνή τῶν Προφητῶν. Καί ἡ προσδοκία γινόταν πιό ἔντονη. Καί ὁ χρόνος κυλοῦσε. Οἱ αἰῶνες περνοῦσαν.

Καί ἦλθε ἡ πολυπόθητη στιγμή. Βρέθηκε ἡ μοναδική Γεννήτρια. Ἦταν ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Παρθένος Μαρία. Μόνη, ὅμως, δέν μποροῦσε νά λειτουργήση. “Ἄνδρα οὐ γινώσκω” (“δέν συνευρίσκομαι μέ ἄνδρα”), εἶπε στόν Ἀρχάγγελο. Καί αὐτός τῆς εἶπε: “Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ (θά ἔλθη πάνω σου) καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι”(Λκ 1, 34-35). Καί τό θαῦμα τῶν θαυμάτων γίνεται. Ἔρχεται στόν κόσμο ἕνας ὄχι ἁπλῶς οὐράνιος Ἠλεκτρολόγος, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ πηγή τοῦ φωτός, ὁ Χριστός. Αὐτός πού εἶπε, “Γενηθήτω φῶς· καί ἐγένετο φῶς”! Ἡ Παρθένος γεννᾶ τό νοητό Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, βρέφος στήν ἀγκάλη τῆς Παναγίας Μητέρας του, βλέπει, μέ τό ξημέρωμα, τό φῶς τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, τόν ὁποῖο Αὐτός δημιούργησε, νά φωτίζη τήν ταπεινή φάτνη ἀλόγων ζώων, πού ἔχει τήν τιμή νά Τόν φιλοξενῆ! Μέ τή Γέννησι τοῦ Λυτρωτοῦ “ὁ λαός ὁ καθήμενος (ὁ καθηλωμένος) ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾴ θανάτου (στή χώρα μέ τό βαθύ σκοτάδι τοῦ θανάτου) φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς”(Μθ 4, 16). Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἄνθρωποι, συνηθισμένοι στό σκοτάδι, περιφρόνησαν τό φῶς. Δέν ἐκτίμησαν τήν ἀξία του. Τά παραθυρόφυλλα τῆς ψυχῆς τους παραμένουν ἑρμητικῶς κλειστά.

Τό βρέφος μεγάλωσε. Ἔγινε ἄνδρας τέλειος. Καί ἄρχισε νά κηρύττη. Ἐκτυφλωτική ἡ λάμψι Του! Ἀπαστράπτουσα ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου Του! Κάποια ὥρα ἀνέβασε τρεῖς μαθητές Του “εἰς ὄρος ὑψηλόν κατ᾽ ἰδίαν (ἰδιαιτέρως). Καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καί ἔλαμψε τό πρόσωπον Αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια Αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς”(Μθ 17, 1-2)! Τό σκοτάδι ἄρχισε νά ὑποχωρῆ. Ὁλοένα καί περισσότεροι ἄνθρωποι φωτίζονταν ἀπ᾽ τή θεϊκή διδασκαλία Του. Ὥσπου ἔφθασε ἡ στιγμή τῆς ὕψιστης διακηρύξεώς Του: “Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήση ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς (δέν θά περπατήση στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό ζωντανό φῶς)”(Ἰω 8, 12). Πόσοι ἔσπευσαν νά Τόν ἀκολουθήσουν; Λίγοι. Πολύ λίγοι. Καί οἱ πολλοί; Αὐτοί ἔμειναν μακρυά ἀπό τό φῶς. Πόσο ἀδίκησαν τούς ἑαυτούς τους! Προτίμησαν ν᾽ αὐτοκτονήσουν πνευματικῶς. Ὁποία παραφροσύνη! “Τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς”! Γιατί; “Ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ (Καθένας δέ πού πράττει φαῦλα πράγματα, μισεῖ τό φῶς καί δέν ἔρχεται πρός αὐτό, γιά νά μή φανερωθοῦν τά ἔργα του)”(Ἰω 3, 19-20).

Βλέποντας “ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου”, ὅτι πλησιάζει τό τέλος τῆς κοσμοκρατορίας του, θέτει σέ ἐφαρμογή τό ἔσχατο σχέδιό του. Καί “ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον (αὐτός πού ντύνεται ὡς ἔνδυμα τό φῶς)” καρφώνεται γυμνός ἐπάνω στό Σταυρό! Ὁ ἥλιος ἔκρυψε τίς ἀκτῖνες του “μή φέρων θεάσασθαι Θεόν ὑβριζόμενον (μή μπορώντας νά βλέπη τό Θεό νά ἐξευτελίζεται)”. Καί ἀπό “ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης”(Μθ 27, 45). Ὁ ἄρχων τοῦ σκότους χαίρεται. Τή χαρά του, ὅμως, διαδέχεται… πανωλεθρία. Διότι τό πανάχραντο σῶμα τοῦ φωτοδότου Χριστοῦ “ὡς φωτός λυχνία… ὑπό γῆν ὡς μόδιον κρύπτεται, καί διώκει τόν ἐν Ἅδῃ σκοτασμόν (σάν φωτεινό λυχνάρι… κάτω ἀπό τή γῆ κρύβεται σάν κάτω ἀπό κουβᾶ καί διώχνει τό σκοτάδι τοῦ Ἅδη)”, ἀνασταίνεται δέ ἔνδοξο, ἀφήνοντας στήν ἀνθρωπότητα μιά ἀστείρευτη πηγή θείας ἐνεργείας καί ἀφθόνου φωτισμοῦ, τόν πανάγιο καί ζωοδόχο Τάφο Του, ἀπ᾽ τόν ὁποῖο ἐξέρχεται θαυματουργικῶς τό Ἅγιο καί Ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. “Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια (Τώρα ὅλα ἔχουν γεμίσει ἀπό φῶς καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί τά καταχθόνια)”!».

***

Ἰδού, τώρα, ἕνα ὡραῖο ἀπόσπασμα ἀπό τό Ἑορτολόγιον 2006 τῶν ἐκδ. Σταυρός: «“Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν Αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον”(Γαλ 4, 4).

Μεταφράζουμε τό χωρίο: “Ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, ὁ Θεός ἀπέστειλε τόν Υἱό Του, καί ἦλθε ἀπό γυναῖκα (σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος), καί ἦλθε κάτω ἀπ᾽ τό νόμο (ὑποτάχθηκε στό νόμο)”.

Συμφώνως πρός τό χωρίο τοῦτο, τό μόνο ὅπου ὁ ἀπ. Παῦλος ἀναφέρεται στή μητέρα τοῦ Χριστοῦ μέ τή φράσι “γενόμενον ἐκ γυναικός”, ὁ Χριστός, τόν Ὁποῖο ὁ Θεός ἀπέστειλε στόν κόσμο καί ἦλθε περνώντας ἀπ᾽ τή γυναῖκα, λαμβάνοντας δηλ. σάρκα καί γινόμενος ἄνθρωπος, εἶναι “ὁ Υἱός” τοῦ Θεοῦ· “ὁ Υἱός”, ἐνάρθρως· ὁ ἕνας καί μοναδικός Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὅπως λέγεται ἀλλοῦ, ὁ Χριστός εἶναι “ὁ μονογενής” Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ἰω 1, 14, 18· 3, 16, 18· Α´ Ἰω 4, 9). Ὁ Χριστός εἶναι “ὁ ἴδιος” τοῦ Θεοῦ Υἱός (Ρμ 8, 32)· Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ ἰδιάζουσα ἔννοια· ὁ δικός Του Υἱός. Ὁ Χριστός εἶναι “ὁ Υἱός τοῦ Πατρός”(Β´ Ἰω 3)· ἡ σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τό Θεό εἶναι σχέσι εἰδική, σχέσι Υἱοῦ πρός Πατέρα. Ὁ Χριστός εἶναι “ὁ Υἱός” χωρίς προσδιορισμό, ἀπολύτως (Ἰω 3, 35-36· 8, 36· Μθ 11, 27· 28, 19). Ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι κτιστός υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅπως κάθε ἄνθρωπος καί κάθε ἄγγελος, ἀλλά φυσικός Υἱός τοῦ Θεοῦ· δέν εἶναι κτίσμα, ἀλλά γέννημα, τῆς αὐτῆς φύσεως μέ τό γεννήτορα.

Ὅταν ὁ Πέτρος ὁμολόγησε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι “ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος”, ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: “Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα (=ἄνθρωπος) οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾽ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς”(Μθ 16, 16-17). Ἄν ὁ Ἰησοῦς ἦταν κτιστός υἱός, ὅπως ὁ ἄνθρωπος καί ὁ ἄγγελος, δέν θά παρουσίαζε τήν υἱότητά Του ὡς ἀλήθειαν ἐξ ἀποκαλύψεως. Ὅπως οἱ ἄνθρωποι ἔχουν υἱούς, ἔτσι καί ὁ Θεός ἔχει Υἱό, ἀλήθεια καταπληκτική, ὑψίστη, πού δέν γνώριζε ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ “ἀπεκάλυψεν” ὁ Πατήρ. Ὁ Χριστός εἶναι “Υἱός Θεοῦ” στήν κυριολεξία, ὅπως εἶναι καί “υἱός ἀνθρώπου” στήν κυριολεξία. Ὅπως δηλ. τό “υἱός ἀνθρώπου” σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστός ἔχει πραγματική ἀνθρωπίνη φύσι, ἔτσι καί τό “Υἱός Θεοῦ” σημαίνει, ὅτι ἔχει πραγματική θεία φύσι, εἶναι ἀληθινός Θεός, ὅπως ὁ Πατήρ του (Α´ Ἰω 5, 20), μία οὐσία ἤ θεότης μαζί μέ τόν Πατέρα (Ἰω 10, 30). Ἀλλά, ἀφοῦ ὁ Χριστός ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεός, ὅπως ὁ Πατήρ Του, ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι Θεοτόκος».

***

Ἐπισημαίνει καί ὁ Ἠλίας Μηνιάτης: «Ὁ Ἀπελλῆς, ἐκεῖνος ὁ περίφημος ζωγράφος, πού, ὅσες εἰκόνες ἔκανε, ἄφησε πίσω του τόσα θαύματα· ἀνάμεσα στά ἄλλα, μέ τόση ὀμορφιά καί ἐπιμέλεια ζωγράφισε ἕνα στάχυ καί ἐπάνω σέ αὐτό ἕνα περιστέρι, πού ἡ ἰδία φύσι κοκκίνησε νικημένη ἀπό τήν τέχνη. Ὅμως, περισσότερη κατηγορία παρά τιμή προξένησε τοῦ Ἀπελλῆ τούτη ἡ θαυμαστή ζωγραφιά· ἐπειδή, ὅσοι τήν ἔβλεπαν, ἄν καί θαύμαζαν τήν ὀμορφιά τῶν χρωμάτων, τή συμμετρία τῶν γραμμῶν, πλήν τό εἶδος μόνο κατηγοροῦσαν λέγοντες· δέν εἶναι δυνατόν ἕνα μικρό στάχυ ὀρθό νά βαστάη ἕνα περιστέρι, δίχως νά κλίνη ἀπό τό βάρος· “οὐχ οἷόν τε ἄσταχυν ἀκλινῆ βαστάζειν περιστεράν”. Στάχυ φθαρτό, χορτάρι τῆς γῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος “ἄνθρωπος ὡσεί χόρτος”· περιστερά εἶναι τό πανάγιο Πνεῦμα· “καί εἶδε τό Πνεῦμα ὡσεί περιστεράν καταβαῖνον ἐπ᾽ αὐτόν”· ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκη ὀρθός καί σοβαρός μέ τήν ὑπερηφάνεια, δέν μπορεῖ ποτέ νά στέκη σέ αὐτόν ἡ Χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἐπειδή “ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος”. Γι᾽ αὐτό λοιπόν ἡ παναμώμητος Κόρη, ἀκούοντας ἀπό τόν ἄγγελο…: “Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ”, πρεπόντως, μέ πᾶσα ταπείνωσι, ἀποκρίθηκε· “ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμά σου”· καί μέ ταῦτα τά γλυκά λόγια, σάν μέ χρυσή ἁλυσίδα, ἔσυρε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ… καί Τόν μετέφερε ἀπό τόν κόλπο τοῦ Πατρός στά παρθενικά της καί ἀμόλυντα σπλάγχνα». Κατέστη δηλ. Θεοτόκος.

• Διαβάζουμε: «—Σεῖς οἱ ἱερεῖς εἶσθε τρελλοί πού διδάσκετε τό λαό, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι τό πρῶτο ὄν καί δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχη μητέρα, ἔλεγε ἕνας μηχανικός σ᾽ ἕναν ἱερέα.

—Ἔχεις δίκιο, ἀπάντησε ὁ ἱερέας. Ὁ Θεός, ὡς Θεός, δέν μπορεῖ νά ἔχη μητέρα. Ἀλλά ὁ Θεός, ὡς ἄνθρωπος, μπορεῖ, μάλιστα πρέπει νά ἔχη μητέρα.

—Τώρα ἀρχίζω νά καταλαβαίνω.

—Μποροῦμε νά ποῦμε γιά μιά γυναῖκα πώς εἶναι μητέρα τοῦ Πάπα, τοῦ Βασιλιᾶ, τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τοῦ Ἱερέως;

—Βεβαίως.

—Καί ὅμως, γνωρίζουμε ὅτι ἡ μητέρα αὐτή δέν ἔδωσε τήν ἐξουσία τοῦ Πάπα, τοῦ Βασιλιᾶ, τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τοῦ Ἱερέως. Ἡ Παναγία δέν ἔδωσε τήν ἀνθρώπινη φύσι σ᾽ ἕνα ἄνθρωπο πού ἔγινε Θεός, ἀλλά ἔδωσε τήν ἀνθρώπινη φύσι σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο πού ἦταν πάντα Θεός, πολύ πρίν τήν Ἐνσάρκωσι.

Βεβαίως, ἡ πρότασι εἶναι τολμηρή, ἀλλά σωστή. Ἡ ἐν Ἐφέσῳ Σύνοδος τό 431 τή θέσπισε».

***

Ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος διευκρινίζει: «—Πῶς ἡ Θεοτόκος εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων;

—Καί ὁ Σαμουήλ ὁ προφήτης, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ἐκάθευδε ὅπου ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ. Εἴτε ἦταν τότε ἡ κιβωτός στά Ἅγια τῶν Ἁγίων εἴτε ἦταν ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, τό γεγονός εἶναι μεμαρτυρημένο ἀπό τήν Ἁγία Γραφή: ὅτι ὁ “Σαμουήλ ἐκάθευδε… οὗ ἦν ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ”(Α´ Βασ 3, 3). Κοιμόταν ὅπου ἦταν ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ. Στόν ἴδιο τόπο, στόν ἴδιο χῶρο ὅπου ἦταν ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ, κοιμόταν καί ὁ προφήτης Σαμουήλ.

Ἄν, λοιπόν, ἕνας προφήτης ἦταν ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς, γιατί ὁ Θεός νά μήν οἰκονομήση μέ τρόπους, τούς ὁποίους μόνο Αὐτός ξέρει, ὥστε ἐκείνη πού ἔμελλε νά Τοῦ δανείση σάρκα καί αἷμα νά μένη κι αὐτή κοντά στήν κιβωτό; Ἄν ἔγινε αὐτό γιά τό Σαμουήλ, πολύ περισσότερο ἔγινε γιά τή Θεοτόκο».

***

Καί θά τελειώσουμε τό Κεφάλαιο μέ μερικά χωρία πού ὀνομάζουν τό Χριστό, Θεό ἤ Κύριο, ἀποδεικτικά, ταυτοχρόνως, τοῦ ὅτι ἡ Παναγία φέρει δικαίως καί ὀρθῶς τήν προσωνυμία Θεοτόκος:

• «Τοῦ δέ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης γάρ τῆς μητρός αὐτοῦ Μαρίας τῷ ᾿Ιωσήφ, πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου [προσώπου τῆς θεότητος]»(Μθ 1, 18).

• «Καί πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;»(Λκ 1, 43).

• «Εὐλογητός Κύριος, ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο (: ἐπισκέφθηκε, ἦλθε [αὐτοπροσώπως]) καί ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. Καί σύ, παιδίον [Ἰωάννη Βαπτιστά], προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γάρ πρό προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδούς αὐτοῦ»(Λκ 1, 68, 76)· πρβλ. τό λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἰδού ἐγώ ἐξαποστέλλω τόν ἄγγελόν Μου [τόν Πρόδρομο], καί ἐπιβλέψεται ὁδόν πρό προσώπου Μου, καί ἐξαίφνης ἥξει (: θά ἔλθη) εἰς τόν ναόν ἑαυτοῦ Κύριος [μιλάει ἄλλο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος], ὅν ὑμεῖς ζητεῖτε»(Μλχ 3, 1).

• «Ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ ὅς ἐστιν Χριστός Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ»(Λκ 2, 11).

• «Εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διά Ἰησοῦ Χριστοῦ· οὗτός ἐστι πάντων Κύριος»(Πρξ 10, 36).

• «Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο (: ἔσωσε [καί ἔκανε κτῆμα Του]) διά τοῦ ἰδίου αἵματος [ὁ Θεός ἔχει αἷμα μόνο στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ]»(Πρξ 20, 28).

• «Ὧν οἱ πατέρες, καί ἐξ ὧν ὁ Χριστός τό κατά σάρκα, ὁ ὤν ἐπί πάντων Θεός εὐλογητός εἰς τούς αἰῶνας»(Ρμ 9, 5).

• «Καί ὁμολογουμένως μέγα ἐστίν τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ»(Α´ Τιμ 3, 16).

• «Ἐν τούτῳ γινώσκετε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ ᾿Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καί τοῦτό ἐστι τό τοῦ ἀντιχρίστου ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη»(Α´ Ἰω 4, 2-3).

***

Πολλοί ἄνθρωποι τῆς Π. Διαθήκης ἔχουν σάν δεύτερο συνθετικό τοῦ ὀνόματός τους τό –ήλ (=Θεός). Στήν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ ἡ προσωνυμία Ἐμμανου-ήλ (=ὁ Θεός μαζύ μας) δέν ἀνήκει στήν κατηγορία αὐτή δεδομένου ὅτι γι᾽ Αὐτόν τονίζεται ὅτι εἶναι Θεός προτοῦ σαρκωθῆ:

«Ὁ Θεός ἀπό Θαιμάν ἥξει (: θά ἔλθη), καί ὁ Ἅγιος ἐξ ὄρους κατασκίου δασέος (: ἀπό σκιερό καί πυκνό βουνό —προεικόνισι τῆς Θεοτόκου)»(Ἀββ 3, 3).

«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱός καί ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχή ἐγενήθη ἐπί τοῦ ὤμου αὐτοῦ (: ἡ ἐξουσία Του εἶναι στόν ὦμο Του —δέν τοῦ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων), καί καλεῖται τό ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος (: ἀγγελιαφόρος μεγάλης ἀποφάσεως —τῆς σωτηρίας), θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»(Ἡσ 9, 6).

«Διά τοῦτο δώσει Κύριος αὐτός ὑμῖν σημεῖον (: θαῦμα)· ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει (: θά κυοφορήση), καί τέξεται υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ [«ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»(Μθ 1, 23)]»(Ἡσ 7, 14).

«Καί ἐπέστρεψέ με (: μέ ἔστρεψε) κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατά ἀνατολάς, καί αὕτη ἦν κεκλεισμένη. καί εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καί οὐδείς μή διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός [ἄλλο πρόσωπο τῆς Τριάδος] Ἰσραήλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καί ἔσται κεκλεισμένη —τονίζεται ἡ ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου»(Ἰεζ 44, 1-2).

ΠΗΓΗ:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Η Θεοτόκος

εκδ. Άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Αθήνα 2012

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Advertisements

Mtakatifu Moses wa Ethiopia (+405) – 28 Agosti ╰⊰¸¸.•¨* Swahili

https://saintsofmyheart.wordpress.com

http://africaofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

AFRICA OF MY HEART

Ethiopia

Mtakatifu Moses wa Ethiopia (+405)

Mtakatifu Moses wa Ethiopia (+405)

28 Agosti

Musa Mwafrika, maarufu pia kama Musa Mwizi (330–405), alikuwa mmonaki padri nchini Misri na mmojawapo kati ya mababu wa jangwani.

Sikukuu yake huadhimishwa tarehe 1 Julai na tarehe 28 Agosti.

Mzaliwa wa Ethiopia, Musa alikuwa mtumishi wa afisa wa serikali nchini Misri mpaka alipofukuzwa kwa thuhuma za kuiba na kuua.

Akiwa jitu, akawa bosi wa kundi la majambazi lililotisha watu wa bonde la Nile kwa ukatili.

Alipojaribu kukwepa waliokuwa wanamwinda, alifichama kwa wamonaki wa jangwani huko Wadi El Natrun (Sketes), karibu na Alexandria. Juhudi za kiroho, utulivu na furaha walivyokuwa navyo vilimuathiri kwa dhati. Muda mfupi baadaye aliacha mtindo wake wa kuishi, akabatizwa na kujiunga na monasteri ile.

Kwanza alipata shida sana kuzoea nidhamu ya jumuia ile. Alipovamiwa na wezi chumbani mwake, aliwazidi nguvu akawaburuza hadi katika kikanisa walimokuwemo wenzake wakisali ili aambiwe awafanyie nini wageni hao.

Musa alikuwa na ari katika yote aliyoyafanya, lakini alikata tamaa alipojitambua si mkamilifu kutosha. Hapo abati Isidori alimchukua alfajiri hadi juu ya paa ili kutazama miali ya kwanza ya jua. Halafu akamuambia, “Taratibu tu miali ya jua inaondoa usiku na kuleta mchana mpya, na vilevile taratibu tu mtu anakuwa mwanasala kamili.”

Baadaye Musa akawa mwenyewe kiongozi wa jumuia ya wakaapweke katika sehemu nyingine ya jangwa akapewa upadrisho.

Alipokuwa na umri wa miaka 75 hivi, ilisikika kwamba kundi la Waberber limepanga kushambulia monasteri yao. Wenzake walitaka kujihami, lakini Musa aliwazuia akawaambia ni afadhali wakimbie kuliko kushika silaha. Mwenyewe na wengine 7 walibaki hadi walipouawa tarehe 1 Julai.

Kwa sababu hiyo Musa Mwafrika anaheshimiwa leo kama mtetezi wa msimamo wa kukataa silaha katika kudai haki.

Source:

Wikipedia

Saint Moses the Ethiopian, Monk & Priest-Martyr in Egypt (+405) – August 28

http://africaofmyheart.wordpress.com

AFRICA OF MY HEART

Ethiopia

St Moses of Ethiopia (+405)

Saint Moses the Ethiopian,

Monk & Priest-Martyr in Egypt (+405)

August 28

Saint Moses the Ethiopian (330–405), (also known as Abba Moses the Robber, the Black, the Abyssinian, the Ethiopian and the Strong) was an ascetic monk and priest in Egypt in the fourth century AD, and a notable Desert Father.

Moses was a servant of a government official in Egypt who dismissed him for theft and suspected murder. A large, imposing figure, he became the leader of a gang of bandits who roamed the Nile Valley spreading terror and violence.

On one occasion, a barking dog prevented Moses from carrying out a robbery, so he swore vengeance on the owner. Weapons in his mouth, Moses swam the river toward the owner’s hut. The owner, again alerted, hid, and the frustrated Moses took some of his sheep to slaughter. Attempting to go In front of local authorities, he took shelter with some monks in a colony in the desert of Wadi El Natrun, then called Sketes, near Alexandria. The dedication of their lives, as well as their peace and contentment, influenced Moses deeply. He soon gave up his old way of life, became a Christian, was baptized and joined the monastic community at Scetes.

Moses had a rather difficult time adjusting to regular monastic discipline. His flair for adventure remained with him. Attacked by a group of robbers in his desert cell, Moses fought back, overpowered the intruders, and dragged them to the chapel where the other monks were at prayer. He told the brothers that he did not think it Christian to hurt the robbers and asked what he should do with them. Moses was zealous in all he did, but became discouraged when he concluded he was not perfect enough. Early one morning, Saint Isidore, abbot of the monastery, took Moses to the roof and together they watched the first rays of dawn come over the horizon. Isidore told Moses, “Only slowly do the rays of the sun drive away the night and usher in a new day, and thus, only slowly does one become a perfect contemplative.”

Moses proved to be effective as a prophetic spiritual leader. The abbot ordered the brothers to fast during a particular week. Some brothers came to Moses, and he prepared a meal for them. Neighboring monks reported to the abbot that Moses was breaking the fast. When they came to confront Moses, they changed their minds, saying “You did not keep a human commandment, but it was so that you might keep the divine commandment of hospitality.” Some see in this account one of the earliest allusions to the Paschal fast, which developed at this time.

When a brother committed a fault and Moses was invited to a meeting to discuss an appropriate penance, Moses refused to attend. When he was again called to the meeting, Moses took a leaking jug filled with water and carried it on his shoulder. Another version of the story has him carrying a basket filled with sand. When he arrived at the meeting place, the others asked why he was carrying the jug. He replied, “My sins run out behind me and I do not see them, but today I am coming to judge the errors of another.” On hearing this, the assembled brothers forgave the erring monk.

Moses became the spiritual leader of a colony of hermits in the Western Desert. Later, he was ordained a priest

At about age 75, about the year 405 AD, a group of Berbers planned to attack the monastery. The brothers wanted to defend themselves, but Moses forbade it. He told them to retreat, rather than take up weapons. He and seven others remained behind and were martyred by the bandits.

His feast day is on August 28.

Source:

Wikipedia

Όταν ο διάβολος μάς βάλει στο χέρι παύει να μας πολεμά – Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκύρηκας σε Ελλάδα, Αυστραλία, ΗΠΑ & Καναδά

http://australiasaintpaisiosofmyheart.wordpress.com

AUSTRALIA & ST PAISIOS OF MY HEART

taiwan

Όταν ο διάβολος μάς βάλει στο χέρι παύει να μας πολεμά

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκύρηκας

Ἀνέφερε ὁ Δ. Παναγόπουλος σέ κήρυγμά του: «Διάβαζα κάτι πού ἔχει σχέσι μ᾽ ἕναν ὁ ὁποῖος ἐπί 55 χρόνια ζοῦσε ἔγκλειστος σέ μιά τρύπα καί ὁ Σατανᾶς τόν πολεμοῦσε μέρα-νύκτα, μέ τό λογισμό τῆς πορνείας. Ἄνθρωπος 75 ἐτῶν ἤδη, καί τόν πολεμοῦσε μέ τό λογισμό αὐτό… Μιά μέρα ἀγανάκτησε ὁ Γέροντας καί λέει στό διάβολο:

—Γεράσαμε ἐδῶ μαζί, 55 ὁλόκληρα χρόνια. Ἄφησέ με πλέον.

Καί τί νομίζετε ὅτι τοῦ εἶπε;

—Ἐάν μοῦ ὁρκισθῆς κάτι καί δέν τό πῆς σέ κανένα, θά σέ ἀφήσω.

—Νά ἀκούσω, λέει ὁ Γέροντας.

—Θά μοῦ ὁρκισθῆς πρῶτα, ἐπιμένει ὁ Διάβολος.

Ὑπακούει ὁ Γέροντας καί λέει ὁ Διάβολος:

—Αὐτό τό ὁποῖο ἔχεις ἐκεῖ πέρα νά τό βγάλης, νά μήν τό προσκυνᾶς (εἶχε τήν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου) καί θά παύσω νά σέ πειράζω.

Ὁ Γέροντας σάστισε ὅταν ἄκουσε ἀφ᾽ ἑνός τή σατανική αὐτή ἀπαίτησι καί ἀφ᾽ ἑτέρου γιά τόν ὅρκο τόν ὁποῖο εἶχε κάνει. Στήν δύσκολη αὐτή θέσι στήν ὁποία βρέθηκε, λέει στό Σατανᾶ:

—Θά σοῦ ἀπαντήσω μετά ἀπό δύο μέρες.

Καί φεύγει ἀμέσως καί πηγαίνει σ᾽ ἕναν ἄλλο διακριτικότερο Γέροντα καί τοῦ ἐξιστορεῖ τήν ὑπόθεσι. Ὅταν αὐτός τήν ἄκουσε, τοῦ λέει:

—Ἀπατήθηκες ἀπό τό διάβολο, ἀλλά καλά ἔκανες καί τό ἀποκάλυψες, διότι θά ὠφεληθοῦν καί ἄλλοι.

Καταλάβατε τί ἀντάλλαγμα ζήτησε προκειμένου νά τόν ἀφήση; “Δέν θά προσκυνήσης πάλι αὐτήν ἐδῶ”… Αὐτό εἶναι μάθημα σοβαρό. Μαθαίνουμε ὅτι, ὅταν ὁ Διάβολος μᾶς βάλη στό χέρι, παύει νά μᾶς πολεμᾶ. Τούς δικούς του δέν τούς πολεμᾶ. Πολεμᾶ ὅλους αὐτούς πού φροντίζουν νά τοῦ φύγουν».

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Ἁγιολογία

ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Σταμάτα 2013

http://www.truthtarget.gr (Ώρες Εξομολόγησης)

TRUTH TARGET

(2108220542 – 6978461846)

Անմահ ջուրը – Սբ. Աթանաս Աթոսացու (+1000) – St Athanasius the Athonite ╰⊰¸¸.•¨* Armenian

http://orhodox-heart.blogspot.com

http://armeniaofmyheart.wordpress.com

ARMENIA OF MY HEART

ORTHODOX HEART

1024px-Jermuk_Waterfall31.jpg

ag-Athanasios-Athonitis.png

Սբ. Աթանաս Աթոսացու (+1000)

(St Athanasius the Athonite)

54734562-1024x768.jpg

Անմահ ջուրը

Աղբյուր:

http://www.orthodoxkyanq.org

http://www.orthodoxkyanq.org/ծերերի-խրատներ/anmah-dzur/

ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԿՅԱՆՔ

Մեծ Լավրացի մի տարեց ծեր հիվանդ էր ու մահճակալին գամված: Երկար ժամանակ տևեց նրա հիվանդությունը և սպասում էին, որ կննջի:

Մի օր իր հնազանդ վանականին պատվիրում է իրեն Սբ. Աթանաս Աթոսացու այազմայից` օրհնված աղբյուրից ջուր բերել: Վանականը վերցնում է ջրի տարան, սակայն ծուլանում է գնալ մինչև այազմա և մի մոտակա աղբյուրից է ջուր լցնում: Սպասում է ժամանակ անցնի, որպեսզի ծերը չհասկանա, թե չի գնացել այազմա: Եվ այսպիսով, ջուրն իր հիվանդ ծերին է տանում: Ծերն այն ընդունում է հավատքով՝ որպես այազմա. խաչակնքվում է, խմում և տարօրինակ կերպով առողջանում: Այդ պահին վանականի խիղճն իրեն տանջում է ու իր մեղքը խոստովանում: Այդ պահից այդ աղբյուրի ջուրն «անմահ» են կոչում:

Հունարենից թարգմանությունը՝ հայր Հերոնիմոս Մայիլյանի:

Աղբյուր. Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτηκη παραδοση, εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον <Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος>, Άγιον Όρος 2011.

Saint Indract, St Dominica & their Companions, Martyrs in Shapwick, England, from Ireland (+718) – February 5

http://irelandofmyheart.wordpress.com

http://greatbritaiofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

IRELAND OF MY HEART

muckross-lake.jpg

Ireland

glastonburyabbey.jpg

Glanstobury Abbey, 7th century

Glaston icon.jpg

Holy Icon of Virgin Mary of Glastonbury

with Saints Indract & Dominica

glastonbury_abbey.jpg

Saint Indract, St Dominica & their Companions,

Martyrs in Shapwick, England, from Ireland (+718)

February 5

The Irish Saints at Glastonbury c.700

On this day in the Old English Calendar commemorated SS Indractus, Dominica and their Companions. We have to rely on William of Malmsbury for information about these Martyrs, who were venerated at Glastonbury Abbey. Indractus was an Irish chieftain, who had been to Rome on pilgrimage with his wife, Dominica, and nine others, and on their return journey they decided to visit the “Second Rome”, as Glastonbury was called, because of its holy associations.

There is a tradition that both S. Patrick and S. Bridget spent some time at Glastonbury, and there is a district called Beckery, where Bridget is supposed to have founded a Convent at the foot of Weary-all Hill. It was at Mass in the Chapel of St. Mary Magdalene there, according to the History of John of Glastonbury, that King Arthur had the vision of the Cross and Our Lady with the Holy Child, which is commemorated in the Arms of the Abbey. Another Irish Saint claimed as a visitor to Glastonbury is Benignus, locally known as S. Bennings, who was servant and successor to S. Patrick. He settled at Meare three miles to the west, where he died, and his body was translated to the Abbey in 901, some four hundred years later.

These Irish connections may well have been an added attraction to Indractus and his fellow pilgrims, who settled in the district of Shapwick. The local people were heathen and thought the party were wealthy merchants, whereas their scrips only contained parsley and other seeds to be taken back to Ireland, and their pilgrim staves were tipped with brass and not gold. When they had killed them, the natives threw their bodies into a deep pit, but a column of light appeared by night revealing the grave of the Christian martyrs. Their bodies were taken up and buried in the Abbey in the eighth century during the restoration under King Ina.

Source:

http://celticsaints.org

http://celticsaints.org/2016/0205a.html

CELTIC SAINTS

_86845340_ladtchapel.jpg

Glastonbury Abbey, England

Lady-Chapel.jpg

Άγιος Ίντρακτ (St Indract), Αγία Ντομινίκα (St Dominica) & οι 9 συμμάρτυρές τους, Μάρτυρες στο Shapwick της Αγγλίας, από Ιρλανδία (+718) – 5 Φεβρουαρίου

http://irelandofmyheart.wordpress.com

http://greatbritaiofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

IRELAND OF MY HEART

5603046_orig.jpg

Ιρλανδία

glastonburyabbey.jpg

Ερείπια της αρχαίας Ορθόδοξης

Κελτικής Μονής του Glanstobury της Αγγλίας

η οποία ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα & όπου βρέθηκε

ο τάφος του Βασιλιά Αρθρούρου

Glaston icon.jpg

Εικόνα της Παναγίας του Glastonbury

όπου εικονίζονται & οι Άγιοι Ίντρακτ & Ντομινίκα

(St Indract & Dominica)

glastonbury_abbey.jpg

Άγιος Ίντρακτ (St Indract), Αγία Ντομινίκα (St Dominica) & οι 9 συμμάρτυρές τους,

Μάρτυρες στο Shapwick της Αγγλίας, από Ιρλανδία (+718)

5 Φεβρουαρίου

Αυτή την ημέρα (5 Φεβρουαρίου) στο Παλαιό Αγγλικό Ημερολόγιο αναφέρεται η μνήμη των Αγίων Indractus, Dominica και των συντρόφων τους. Πρέπει να βασιστούμε στον William του Malmsbury για πληροφορίες σχετικά με αυτούς τους Μάρτυρες, οι οποίοι τιμώνταν στο Μοναστήρι του Glastonbury. Ο Άγιος Indractus, ήταν ένας Ιρλανδός γαιοκτήμονας ο οποίος πήγε στη Ρώμη για προσκύνημα μαζί με την Αγία Dominica και εννιά άλλους και στο ταξίδι της επιστροφής τους αποφάσισαν να επισκεφτούν την Δεύτερη Ρώμη, όπως αποκαλούσαν το Glastonbury λόγο των αγίων που σχετίζονταν με αυτό.

Υπάρχει μία παράδοση που λέει πως ο Άγιος Πατρίκιος και η Αγία Bridget πέρασαν λίγο καιρό στο Glastonbury, και υπάρχει μία περιοχή που ονομάζεται Beckery, όπου λέγεται ότι η Bridget ίδρυσε ένα γυναικείο Μοναστήρι στη βάση του λόφου Weary-all Hill. Ήταν κατά τη διάρκεια της πρωινής Λειτουργίας μέσα στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαλινής εκεί, όπου σύμφωνα με την Ιστορία του Ιωάννη του Glastonbury, ο βασιλιάς Αρθούρος είδε το όραμα του Σταυρού και την Παναγία μαζί με το Άγιο Βρέφος. Ένας άλλος Ιρλανδός Άγιος σχετίζεται με το Glastonbury και λέγεται Άγιος Benignus, τοπικά γνωστός σαν Άγιος Bennings, ο οποίος ήταν υποτακτικός και διάδοχος του Αγίου Πατρικίου. Εγκαταστάθηκε στην περιοχή Mear τρία μίλια προς τη δύση, όπου κοιμήθηκε και το σώμα του μεταφέρθηκε στο Μοναστήρι του Glastonbury το 901 περίπου τετρακόσια χρόνια μετά.

Όλα αυτά ίσως να έλκυσαν τον Άγιο Indractus και τους άλλους προσκυνητές που ήταν μαζί του, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Shapwick. Οι ντόπιοι άνθρωποι ήταν παγανιστές και πίστεψαν πως η συντροφιά αποτελούταν από πλούσιους εμπόρους, παρότι τα σακίδια τους περιείχαν μόνο μαϊντανό και άλλους σπόρους που σκόπευαν να μεταφέρουν στην Ιρλανδία κατά την επιστροφή τους και οι οδοιπορικές τους ράβδοι ήταν μπρούτζινες και όχι χρυσές. Αφού τους σκότωσαν, οι ντόπιοι πέταξαν τα κορμιά τους σε έναν βαθύ λάκκο, όμως μια στήλη φωτός εμφανίστηκε τη νύχτα αποκαλύπτοντας τον τάφο των Χριστιανών Μαρτύρων. Τα σώματα τους ανασύρθηκαν και θάφτηκαν στο Μοναστήρι του Glastonbury τον 8ο αιώνα κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησης υπό τον βασιλιά Ina.

Πηγή:

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com/2016/04/indract-dominica-glastonbury.html

Ορθόδοξη Κελτική & Αγγλοσαξονική Εκκλησία

Orthodoxy – Rainbow

_86845340_ladtchapel.jpg

Μονή του Glastonbury, Αγγλία

Lady-Chapel.jpg