Святой Мэл (St Mel ) Ирландии (+488) – 6 февраля ╰⊰¸¸. •¨* Russian

http://italyofmyheart.wordpress.com

http://irelandofmyheart.wordpress.com

IRELAND OF MY HEART

ITALY OF MY HEART

 

Ирландия

Rovine della chiesa di San Mel

Святой Мэл (St Mel ) Ирландии (+488)

6 февраля

Святой Мэл (St Mel ) Ирландии (умер 6 февраля 488) — христианский миссионер, епископ, один из наиболее почитаемых среди ирландских святых.

Святой Мэл прибыл в Ирландию вместе со святым Патриком, одним из наиболее известных и почитаемых христианских святых, покровителем Ирландии. Мэл приходился Патрику племянником, ибо был сыном его сестры Дарекки. Святой Мэл стал св. Патрику преданным соратником и помощником на пути обращения островитян из язычества в христианство.

В 454 году святой Патрик построил в Лонгфорде церковь Арда (Ardagh), куда лично назначил настоятелем Мэла. Этой церкви святой Мэл посвятил остаток своей жизни и после смерти был погребён возле её стен. Мел жил аскетично, деньги на жизнь и содержание прихода Мэл добывал собственным трудом, отдавая все излишки нуждающимся прихожанам.

Святой Мэл широко известен тем, что именно он принял монашеский обет святой Бригиты и по ошибке рукоположил её в епископы. Когда святой Макайле (англ. Macaille) выразил свой протест произошедшему, то святой Мэл заявил, что рукоположение останется в силе, ибо всё случившееся произошло по воле Божьей.

Wikipedia

&

http://gkiouzelis.blogspot.com

Orthodox Heart Sites

Advertisements

Άγιος Μελ ή Μόελ (St Mel / Moel) Επίσκοπος Ardagh της Ιρλανδίας (+488) – 6 Φεβρουαρίου

http://irelandofmyheart.wordpress.com

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ & ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Ιρλανδία

Ερείπια από το αρχαίο Ορθόδοξο Μοναστήρι του Αγίου Μελ (St Mel) 

στο Ardagh της Ιρλανδίας

Άγιος Μελ ή Μόελ (St Mel / Moel)

Επίσκοπος Ardagh της Ιρλανδίας (+488)

6 Φεβρουαρίου

Ο Άγιος Μελ ή Μόελ (St Mél / Moel) του Ardagh είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος του 5ου αιώνα στην Ιρλανδία, ο οποίος ήταν ανιψιός του Αγίου Πατρικίου του Φωτιστού της Ιρλανδίας. Ήταν ο γιος του Conis (ή Chonis) και της Αγίας Νταρέρκα (St Darerca) της αδελφής του Αγίου Πατρικίου. Η Αγία Νταρέρκα είναι γνωστή ως «Μητέρα των Αγίων» επειδή τα περισσότερα από τα παιδιά της (δεκαεπτά γιοι και δύο κόρες) εισήλθαν στη Μοναχική ζωή και πολλοί από τους γιους της έγιναν Επισκόποι και Άγιοι της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Μελ (St Mel) και οι αδελφοί του Melchu, Munis και Rioch συνόδευαν τον θείο τους Άγιο Πατρίκιο (St Patrick) στην Ιρλανδία και τον βοήθησαν στο ιεραποστολικό έργο του εκεί. Ο Άγιος Μελ και ο αδελφός του Melchu χειροτονήθηκαν Επίσκοποι από τον Άγιο Πατρίκιο. Αφού ο Άγιος Πατρίκιος έκτισε την εκκλησία στο Ardagh, όρισε τον Άγιο Μελ ως Επίσκοπο του Ardagh.

Ο Άγιος Μέλ (St Mel) βοήθησε στον Ευαγγελισμό της Ιρλανδίας, ενώ παράλληλα έκανε χειρωνακτική εργασία. Έχτισε επίσης το μοναστήρι του Ardagh, όπου ήταν επίσκοπος και ηγούμενος και είχε το δώρο της προφητείας.

Μια περίοδο ο Άγιος Μελ (St Mel) έζησε με τη θεία του, Lupait, στο αγρόκτημά της και κάποιοι συκοφάντες τους συκοφάντησαν ότι είχαν αμαρτωλές σχέσεις. Ο Άγιος Πατρίκιος πήγε να ερευνήσει. Καθώς συζητούσαν, ο Άγιος Μελ και η Lupait έκαναν δύο θαύματα με την προσευχή τους για να μαρτυρήσουν την αθωότητά τους. Ο Άγιος Μελ προσευχήθηκε και εμφανίστηκε ένα ζωντανό ψάρι στη μέση του αγροκτήματος και η Lupait έφερε ζεστά κάρβουνα χωρίς να καεί για να το ψήσουν και να το φάνε όλοι μαζί.

Ο Άγιος Μελ (St Mel) κοιμήθηκε οσιακά το 488 και η εορτή του είναι στις 6 Φεβρουαρίου.

Πηγή:

Wikipedia

&

http://gkiouzelis.blogspot.com

Η Ορθοδοξία ανά τον κόσμο

Άγιος Μελ (St Mel) της Ιρλανδίας

Ερείπια από το αρχαίο Ορθόδοξο Μοναστήρι

του Αγίου Μελ (St Mel)

Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας, Επίσκοπος Πενταπόλεως (+1920) – 9 Νοεμβρίου

http://orthodox-heart.blogspot.com

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

ORTHODOX HEART

Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας (+1920)

Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας,

Επίσκοπος Πενταπόλεως (+1920)

9 Νοεμβρίου

Πηγή:

http://www.agios-nektarios.gr

http://www.agios-nektarios.gr/01_bios.html

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Ο Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας, Επίσκοπος Πενταπόλεως της Αιγύπτου, γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.

Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.

Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.

Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις.
Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.

Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής.

Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.

Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.

Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.

Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).

Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.

Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.

Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.

Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.

Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.

Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια “αυτιά”, στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894.

Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.

Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων.

Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.

Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900.

Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα.

Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.

Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!

Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ’ όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.

Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ’ όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.

Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!

Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.

Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.

エギナの聖ネクタリオス St Nektarios of Aigine ╰⊰¸¸.•¨* Japanese

http://orthodox-heart.blogspot.com

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

ORTHODOX HEART

エギナの聖ネクタリオス

エギナの聖ネクタリオス (+1920)

(St Nektarios of Aigine Island, Greeece)

エギナの聖ネクタリオス

エギナの聖ネクタリオス(ギリシア語: Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης, 英語: Saint Nektarios of Egina、1846年 – 1920年)は、正教会の聖人。日本正教会で多用される教会スラヴ語由来の転写ではネクタリイ。

修道院の設立と指導、数多くの著述、信徒の精神的指導、および数々の奇蹟によって知られる。神学者、哲学者、詩人、教育者、禁欲主義者、神秘主義者などと称されるほどの多才な面があった。歌詞は公祈祷の祈祷文によるものではないが、全世界の正教会で愛唱される聖歌『アグニ・パルセネ』(ギリシア語: Αγνή Παρθένε)を作曲してもいる。

1846年10月1日、トラキアのシリヴリアの貧しい家庭に生まれた。生まれた際の俗名はアナスタシオス・ケファラス(ギリシア語: Αναστάσιος Κεφαλάς)。14歳のとき、働きつつ教育を受けるためにコンスタンディヌーポリに移住。1866年からはキオス島の学校で教えつつそこに7年間住み、30歳で修道士となる。3年後、輔祭となり、ネクタリオスの名を与えられる。1885年にアテネ大学を卒業。大学時代から、多くの聖書註解を含む多くの著述を行う。

アレクサンドリアで司祭に叙聖され、カイロの教会に奉職。これは名誉ある職分であった。1889年に敬神の念と説教者としての実力、牧会能力が評価され、総主教ソフロニオスによりペンタポリス府主教に叙聖される。すぐにネクタリオスの人望が高まるが、その声望を妬んだ聖職者達によって噂が立てられ、噂を信じてネクタリオスの弁明を聞かなかった総主教ソフロニオスにより、弁解の機会も与えられず教会裁判の手続きも経ず、エジプトから追放される。1891年にギリシャに戻り、何年かを説教者として過ごす。

1894年にアテネ・リザリオス教会学校の校長を任ぜられ、15年間在職しこの間多くの著作をのこす。1904年には何人かの修道女の求めに応じ、エギナ島に至聖三者女子修道院を設立する。1908年12月に神学校校長の職を辞し、エギナ島の至聖三者女子修道院に一修道士として隠棲する。ここでも著述を行い、精神的指導を求めて来る近隣の人々の痛悔を聞いた。
1920年11月9日、永眠。永眠後の遺体の傍らで、重病人が快癒する奇蹟が起きたと伝えられている。埋葬式には多くの人がギリシャ・エジプト全土から訪れた。1961年4月20日に列聖。生前からネクタリオスを聖人とみる人々が多かったが、正式な列聖はこの日に行われた。

Wikipedia

Saint Nektarius (St Nectarios) of Aigine Island, Greece (+1920) – November 9

http://orthodox-heart.blogspot.com

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

ORTHODOX HEART

St Nektarius of Aigine Island, Greece (+1920)

Saint Nektarius (St Nektarios)

of Aigine Island, Greece (+1920)

November 9

Source:

https://oca.org

https://oca.org/saints/lives/2010/11/09/103251-st-nektarius-kephalas-the-metropolitan-of-pentapolis

ORTHODOX CHURCH IN AMERICA

Saint Nektarius, the great wonderworker of modern times, was born Anastasius Kephalas in Selebria, Thrace on October 1, 1846.

Since his family was poor, Anastasius went to Constantinople when he was fourteen in order to find work. Although he had no money, he asked the captain of a boat to take him. The captain told him to take a walk and then come back. Anastasius understood, and sadly walked away.

The captain gave the order to start the engines, but nothing happened. After several unsuccessful attempts, he looked up into the eyes of Anastasius who stood on the dock. Taking pity on the boy, the captain told him to come aboard. Immediately, the engines started and the boat began to move.

Anastasius found a job with a tobacco merchant in Constantinople, who did not pay him very much. In his desire to share useful information with others, Anastasius wrote down short maxims from spiritual books on the paper bags and packages of the tobacco shop. The customers would read them out of curiosity, and might perhaps derive some benefit from them.

The boy went about barefoot and in ragged clothing, but he trusted in God. Seeing that the merchant received many letters, Anastasius also wanted to write a letter. To whom could he write? Not to his parents, because there were no mail deliveries to his village. Not to his friends, because he had none. Therefore, he decided to write to Christ to tell Him of his needs.

“My little Christ,” he wrote. “I do not have an apron or shoes. You send them to me. You know how much I love you.”

Anastasius sealed the letter and wrote on the outside: “To the Lord Jesus Christ in Heaven.” On his way to mail the letter, he ran into the man who owned a shop opposite the one in which he worked. The man asked him where he was going, and Anastasius whispered something in reply. Seeing the letter in his hands, the man offered to mail it for him, since he was on his way to the post office.

The merchant put the letter in his pocket and assured Anastasius that he would mail it with his own letters. The boy returned to the tobacco shop, filled with happiness. When he took the letter from his pocket to mail it, the merchant happened to notice the address. Astonished and curious, the man could not resist opening the letter to read it. Touched by the boy’s simple faith, the merchant placed some money in an envelope and sent it to him anonymously. Anastasius was filled with joy, and he gave thanks to God.

A few days later, seeing Anastasius dressed somewhat better than usual, his employer thought he had stolen money from him and began to beat him. Anastasius cried out, “I have never stolen anything. My little Christ sent me the money.”

Hearing the commotion, the other merchant came and took the tobacco seller aside and explained the situation to him.

When he was still a young man, Anastasius made a pilgrimage to the Holy Land. During the voyage, the ship was in danger of sinking in a storm. Anastasius looked at the raging sea, and then at the captain. He went and stood beside the captain and took the helm, praying for God to save them. Then he took off the cross his grandmother had given him (containing a piece of the Cross of Christ) and tied it to his belt. Leaning over the side, he dipped the cross into the water three times and commanded the sea, “Silence! Be still.” At once, the wind died down and the sea became calm.

Anastasius was saddened, however, because his cross had fallen into the sea and was lost. As the boat sailed on, sounds of knocking seemed to come from the hull below the water line. When the ship docked, the young man got off and started to walk away.

Suddenly, the captain began shouting, “Kephalas, Kephalas, come back here.” The captain had ordered some men into a small boat to examine the hull in order to discover the source of the knocking, and they discovered the cross stuck to the hull. Anastasius was elated to receive his “Treasure,” and always wore it from that time forward. There is a photograph taken many years later, showing the saint in his monastic skufia. The cross is clearly visible in the photo.

On November 7, 1875, Anastasius received monastic tonsure at the Nea Moni Monastery on Chios, and the new name Lazarus. Two years later, he was ordained a deacon. On that occasion, his name was changed to Nektarius.

Later, when he was a priest, Father Nektarius left Chios and went to Egypt. There he was elected Metropolitan of Pentapolis. Some of his colleagues became jealous of him because of his great virtues, because of his inspiring sermons, and because of everything else which distinguished Saint Nektarius from them.

Other Metropolitans and bishops of the Patriarchate of Alexandria became filled with malice toward the saint, so they told Patriarch Sophronius that Nektarius was plotting to become patriarch himself. They told the patriarch that the Metropolitan of Pentapolis merely made an outward show of piety in order to win favor with the people. So the patriarch and his synod removed Saint Nektarius from his See. Patriarch Sophronius wrote an ambiguous letter of suspension which provoked scandal and speculation about the true reasons for the saint’s removal from his position.

Saint Nektarius was not deposed from his rank, however. He was still allowed to function as a bishop. If anyone invited him to perform a wedding or a baptism he could do so, as long as he obtained permission from the local bishop.

Saint Nektarius bore his trials with great patience, but those who loved him began to demand to know why he had been removed. Seeing that this was causing a disturbance in the Church of Alexandria, he decided to go to Greece. He arrived in Athens to find that false rumors about him had already reached that city. His letter of suspension said only that he had been removed “for reasons known to the Patriarchate,” and so all the slanders about him were believed.

Since the state and ecclesiastical authorities would not give him a position, the former Metropolitan was left with no means of support, and no place to live. Every day he went to the Minister of Religion asking for assistance. They soon tired of him and began to mistreat him.

One day, as he was leaving the Minister’s office, Saint Nektarius met a friend whom he had known in Egypt. Surprised to find the beloved bishop in such a condition, the man spoke to the Minister of Religion and Education and asked that something be found for him. So, Saint Nektarius was appointed to be a humble preacher in the diocese of Vitineia and Euboea. The saint did not regard this as humiliating for him, even though a simple monk could have filled that position. He went to Euboea to preach in the churches, eagerly embracing his duties.

Yet even here, the rumors of scandal followed him. Sometimes, while he was preaching, people began to laugh and whisper. Therefore, the blameless one resigned his position and returned to Athens. By then some people had begun to realize that the rumors were untrue, because they saw nothing in his life or conversation to suggest that he was guilty of anything. With their help and influence, Saint Nectarius was appointed Director of the Rizarios Seminary in Athens on March 8, 1894. He was to remain in that position until December of 1908.

The saint celebrated the services in the seminary church, taught the students, and wrote several edifying and useful books. Since he was a quiet man, Saint Nektarius did not care for the noise and bustle of Athens. He wanted to retire somewhere where he could pray. On the island of Aegina he found an abandoned monastery dedicated to the Holy Trinity, which he began to repair with his own hands.

He gathered a community of nuns, appointing the blind nun Xenia as abbess, while he himself served as Father Confessor. Since he had a gift for spiritual direction, many people came to Aegina to confess to him. Eventually, the community grew to thirty nuns. He used to tell them, “I am building a lighthouse for you, and God shall put a light in it that will shine forth to the world. Many will see this light and come to Aegina.” They did not understand what he was telling them, that he himself would be that beacon, and that people would come there to venerate his holy relics.

On September 20, 1920 the nun Euphemia brought an old man in black robes, who was obviously in pain, to the Aretaieion Hospital in Athens. This was a state hospital for the poor. The intern asked the nun for information about the patient.

“Is he a monk?” he asked.

“No, he is a bishop.”

The intern laughed and said, “Stop joking and tell me his name, Mother, so that I can enter it in the register.”

“He is indeed a bishop, my child. He is the Most Reverend Metropolitan of Pentapolis.”

The intern muttered, “For the first time in my life I see a bishop without a panagia or cross, and more significantly, without money.”

Then the nun showed the saint’s credentials to the astonished intern who then admitted him. For two months Saint Nektarius suffered from a disease of the bladder. At ten thirty on the evening of November 8, 1920, he surrendered his holy soul to God. He died in peace at the age of seventy-four.

In the bed next to Saint Nektarius was a man who was paralyzed. As soon as the saint had breathed his last, the nurse and the nun who sat with him began to dress him in clean clothing to prepare him for burial at Aegina. They removed his sweater and placed it on the paralyzed man’s bed. Immediately, the paralytic got up from his bed, glorifying God.

Saint Nektarius was buried at the Holy Trinity Monastery on Aegina. Several years later, his grave was opened to remove his bones (as is the custom in Greece). His body was found whole and incorrupt, as if he had been buried that very day.

Word was sent to the Archbishop of Athens, who came to see the relics for himself. Archbishop Chrysostomos told the nuns to leave them out in the sun for a few days, then to rebury them so that they would decay. A month or two after this, they opened the grave again and found the saint incorrupt. Then the relics were placed in a marble sarcophagus.

Several years later, the holy relics dissolved, leaving only the bones. The saint’s head was placed in a bishop’s mitre, and the top was opened to allow people to kiss his head.

Saint Nektarius was glorified by God, since his whole life was a continuous doxology to the Lord. Both during his life and after his death, Saint Nektarius has performed thousands of miracles, especially for those suffering from cancer. There are more churches dedicated to Saint Nektarius than to any other modern Orthodox saint.

St John Maximovitch: God saves His fallen creature by His own love for him, but man’s love for his Creator is also necessary

http://orthodox-heart.blogspot.com

http://stjohnmaximovitchofsanfrancisco.wordpress.com

ST JOHN MAXIMOVITCH OF SAN FRANCISCO

ORTHODOX HEART

St John Maximovitch:

God saves His fallen creature by His own love for him,

but man’s love for his Creator is also necessary

Now the Church consists of both her earthly and heavenly parts, for the Son of God came to earth and became man that He might lead man into heaven and make him once again a citizen of Paradise, returning to him his original state of sinlessness and wholeness and uniting him unto Himself.

This is accomplished by the action of Divine grace grated through the Church, but man’s effort is also required. God saves His fallen creature by His own love for him, but man’s love for his Creator is also necessary; without it he cannot by saved. Striving towards God and cleaving unto the Lord by its humble love, the human soul obtains power to cleanse itself from sin and to strengthen itself for the struggle to complete victory over sin.

+ St. John the Wonderworker of Shanghai and San Francisco, “The Church as the Body of Christ,” Man of God: Saint John of Shanghai & San Francisco

Source:

http://www.orthodoxchurchquotes.com

http://www.orthodoxchurchquotes.com/2015/07/29/st-john-maximovitch-god-saves-his-fallen-creature-by-his-own-love-for-him-but-mans-love-for-his-creator-is-also-necessary/

ORTHODOX CHURCH QUOTES

十字架 – 聖なる火 – 聖墳墓教会 Crosses & Holy Fire, 2015 ╰⊰¸¸ •¨* ビデオ Video

http://orthodox-heart.blogspot.com

http://japanofmyheart.wordpress.com

JAPAN OF MY HEART

ORTHODOX HEART

十字架 – 聖なる火 – 聖墳墓教会 Crosses & Holy Fire, 2015