Ένα συγκλονιστικό θαύμα: Δώδεκα δελφίνια στις 17 Μαΐου 2017 άφησαν στην παραλία της πόλης Sochi της Ρωσίας μία Εικόνα της Θεοτόκου

http://animalsofmyheart.wordpress.com

http://cominghomeorthodoxy.wordpress.com

COMING HOME – ORTHODOXY

ANIMALS OF MY HEART

shutterstock_146131283

1-13

Sochi, Ρωσία

map

628064

Δώδεκα δελφίνια στις 17 Μαΐου 2017

άφησαν στην παραλία της πόλης Sochi της Ρωσίας

μία Εικόνα της Θεοτόκου

Όπως αναφέρουν τα The Russian People’s Line και Orthodox England στις 17 Μαΐου 2017 ένα θαυμαστό γεγονός συνέβη μπροστά στα μάτια των κατοίκων της πόλης Sochi της Ρωσίας οι οποίοι βρίσκονταν στην παραλία.

Δώδεκα δελφίνια πλησίασαν την ακτή της παραλίας και άφησαν ένα αντικείμενο. Η γυναίκα ενός συνταγματάρχη όπου ξεκουράζονταν στην παραλία αναρωτήθηκε τι κάνουν τα έξυπνα αυτά ζώα στην άκρη της παραλίας. Επέμενε να πάνε να δουν τι ήταν αυτό που άφησαν στην ακτή τα δελφίνια.

Το αντικείμενο ήταν καλυμμένο με λάσπες και φαινομενικά εντελώς ασήμαντο. Το καθάρισαν από τις λάσπες και έκπληκτοι είδαν ότι ήταν μια Εικόνα της Θεοτόκου.

Αμέσως κατάλαβαν το μεγάλο αυτό θαύμα που έγινε. Αναρωτήθηκαν πώς βρέθηκε η Εικόνα στο βυθό της θάλασσας και πώς τα δελφίνια ήξεραν ότι έπρεπε να την επιστρέψουν στην ακτή.

Ίσως τα δελφίνια να αναγνώρισαν στην Εικόνα την Χάρη του Δημιουργού τους και της Παναγίας Μητέρας Του.

Το ανδρόγυνο έπειτα πήγε την Εικόνα στη Μόσχα για να την δείξουν στον Πατριάρχη της Μόσχας Κύριλλο.

Πηγή:

http://www.pravoslavie.ru/english/104337.htm

ORTHODOX CHRISTIANITY

Μετάφραση:

http://cominghomeorthodoxy.wordpress.com

ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

 

Advertisements

Η Προσευχή – Κομποσχοίνι: Πομπός Ασυρμάτου ╰⊰¸¸.•¨* Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

http://orthodoksa-istologia.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

DCEOWQQXsAEu76y

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κομποσχοίνι: Πομπός Ἀσυρμάτου

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Σταμάτα  2012

http://www.truthtarget.gr – Ὧρες Ἐξομολόγησης

(2108220542 – 6978461846)

TRUTH TARGET

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

http://www.truthtarget.gr/books/29-pray.html

TRUTH TARGET – ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ

Ὁ Arthur Koestler, γνωστός συγγραφέας, ἔγραψε, τήν πιό ἐπιτυχημένη, νομίζω, σκέψι γιά τήν προσευχή: Ὁ Θεός «ξέχασε» νά βάλη τό ἀκουστικό στή θέσι του. Ἡ τηλεφωνική ἐγκατάστασι τοῦ οὐρανοῦ δέν καταρρέει ποτέ. Ὅποτε θέλει ὁ πιστός, ἀνοίγει τήν καρδιά καί τό στόμα του καί ὁ Θεός εἶναι στό ἄλλο ἄκρο τῆς γραμμῆς.

Γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Πάλευε συνεχῶς νά συγκεντρώνης τό νοῦ σου πού σκορπίζεται σέ ρεμβασμούς. Ὁ Θεός δέν ζητᾶ ἀπό τούς ὑποτακτικούς τοῦ Κοινοβίου (ὅπως ἀπό τούς ἡσυχαστές) προσευχή ἀρρέμβαστη. Γι᾽ αὐτό νά μήν ἀθυμῆς, ἐπειδή κλέπτεται ὁ νοῦς σου. Ἀντίθετα νά εὐθυμῆς πού πάντοτε τόν ἐπαναφέρεις. Ἄλλωστε, μόνο στούς ἀγγέλους παρατηρεῖται τό… νά μήν κλέπτεται ὁ νοῦς τους».

• Ἀκόμα: «Πολλές φορές ἐνῶ προσευχόμασθε μᾶς ἦλθαν ἀδελφοί. Καί ἀναγκαστικά θά κάνουμε ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ θά σταματήσουμε τήν προσευχή ἤ θά λυπήσουμε τόν ἀδελφό μας ἀφήνοντάς τον νά φύγη ἄπρακτος. (Σ᾽ αὐτή τήν περίπτωσι πρέπει νά σκεφθοῦμε, ὅτι) ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν προσευχή, διότι κατά κοινή ὁμολογία ἡ προσευχή εἶναι μία ἐπί μέρους ἀρετή, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τίς περικλείει ὅλες».

• Τέλος: «Νά μή λές, ὅτι ἄν καί προσευχήθηκες πολύ καιρό, δέν κατόρθωσες τίποτε, διότι ἤδη κάτι σπουδαῖο κατόρθωσες. Τί, ἀλήθεια, ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τήν προσκόλλησι στόν Κύριο καί ἀπό τή συνεχῆ παραμονή σ᾽ αὐτή τήν ἕνωσι;».

• Ἐπίσης: «Ἡ καμήλα γονατίζει τό βράδυ γιά νά τήν ξεφορτώσουν. Καί ξαναγονατίζει τό πρωΐ γιά νά δεχθῆ πάλι τό φορτίο στούς ὤμους της.

Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νά γονατίζουμε πρωΐ καί βράδυ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ προσευχή. Πότε γιά νά ξαλαφρώσουμε ἀπ᾽ τό φορτίο μας τῶν ἀναγκῶν, τῶν πόνων καί τῶν θλίψεων καί πότε, γιά νά πάρουμε δυνάμεις γιά τό νέο φορτίο τῆς ἡμέρας».

Χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα τῆς καμήλας κι ἕνας σύγχρονος θεολόγος γράφει: «Ἀλλά καί ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ, τί ἄλλο εἶναι παρά μιά πορεία μέσα στήν ἔρημο τοῦ κόσμου! Ὁ καυστικός ἥλιος, οἱ ἀμμοθύελλες μαζύ μέ τήν ἔλλειψι τοῦ νεροῦ, κάνουν τήν πορεία κουραστική. Κι ὁ χριστιανός, ὁ ἀποδημητής τούτης τῆς ζωῆς, προχωρεῖ μέ σκοπό νά φθάση στήν οὐράνια Σιών.

Ἔχει ἕνα φορτίο κάθε μέρα νά μεταφέρη. Κάποιο σταυρό διωγμοῦ καί δοκιμασίας, ἕνα ἀγῶνα ἀπελευθερώσεως ἀπό κάποιο πειρασμό ἤ ἀδυναμία, τή συνέχισι κι ὁλοκλήρωσι κάποιου ἔργου τό ὁποῖο ὁ Κύριος τοῦ ἀνέθεσε.

Πρέπει, λοιπόν, κι αὐτός κάθε πρωΐ καί κάθε βράδυ νά γονατίζη. Τό πρωΐ γιά νά ἐπικαλεσθῆ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πού θά τόν ἱκανώση νά βαστάξη τό ὁποιοδήποτε φορτίο τῆς ἡμέρας. Τό βράδυ γιά νά εὐχαριστήση τό Θεό, ζητώντας Του ταυτόχρονα συγγνώμη γιά κάποιο του σφάλμα ἤ ὀλιγωρία, τά ὁποῖα ἔδειξε στή διάρκεια τῆς ἡμέρας.

“Ἑσπέρας καί πρωΐ καί μεσημβρίας διηγήσομαι καί ἀπαγγελῶ, καί εἰσακούσεται τῆς φωνῆς μου”(Ψ 54, 18), γράφει ὁ Δαυΐδ».

«Εἴτε ἡσυχάζεις, εἴτε περπατᾶς, εἴτε ἐργάζεσαι, εἴτε τρῶς, εἴτε κάνεις κάτι ἄλλο, ἀκόμη καί αὐτή τή σωματική σου ἀνάγκη, ἔστω καί ἄν εἶσαι στραμμένος πρός τήν ἀνατολή ἤ πρός τή δύσι, νά μήν παραλείψης νά προσεύχεσαι. Διότι μᾶς παρήγγειλε ὁ Ἀπόστολος νά προσευχώμασθε ἀδιάλειπτα καί σέ κάθε τόπο. Καί ἀλλοῦ ἔχει γραφῆ: “Ἑτοιμάσθε δρόμους σ᾽ Εκεῖνον, ὁ Ὁποῖος σάν σέ ἅρμα καθισμένος, προχωρεῖ πρός δυσμάς, Κύριος εἶναι τό ὄνομά Του”(Ψ 67, 5). Πρᾶγμα πού δείχνει ὅτι “πανταχοῦ” βρίσκεται ὁ Θεός. Καί ὅταν ἀκόμη εἶναι τό κεφάλι σου καλυμμένο, νά μήν ἀφήνης τήν εὐχή. Ἐκεῖνο μόνο νά προσέχης· νά μήν τό κάνης ἀπό καταφρόνησι καί συνήθεια».

«Ὁ Πατέρας μας ὁ Οὐράνιος, ἄν καί γνωρίζη ὅσα ἔχουμε ἀνάγκη, πρίν νά Τοῦ τά ζητήσουμε —γιατί δέν εἶπε “μή ζητήσετε τίποτε, ἐφόσον ξέρω τί θέλετε, προτοῦ νά τά ζητήσετε”— μᾶς παρήγγειλε νά λέμε: “Ζητεῖσθε καί θά λάβετε”(Ἰω 16, 24) καί τά λοιπά».

Γράφει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Μέγας:

«Τί τό θαυμαστό ἐάν, ὅταν παρακαλοῦμε, εἰσακουώμασθε βραδέως ἀπό τόν Κύριο, ἐφόσον ὅταν δίνη ἐντολές ὁ Κύριος ὑπακούουμε εἴτε βραδέως, εἴτε καί καθόλου;».

Συμβουλεύει ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: «Ἐσεῖς παραβρίσκεσθε στίς Παρακλήσεις; Συμμετέχετε σέ μερικές, ἔστω, Λειτουργίες; Ἄν ὄχι, τότε ἡ πίστι σας εἶναι μουγγή… Παραγγείλατε νά γίνουν Παρακλήσεις καί δώσατε χρήματα γιά νά προσευχηθοῦν ἄλλοι· ἡ ἴδια πετάξατε ἀπό πάνω σας κάθε ἔγνοια… Ποιός, λοιπόν, συμπονᾶ τήν ἄρρωστη; Οἱ ἱερεῖς, πού τή μνημονεύουν; Μά γι᾽ αὐτούς δέν εἶναι παρά ἕνα ἁπλό ὄνομα ἀνάμεσα στ᾽ ἀναρίθμητα ἄλλα, τά ὁποῖα τούς δίνουν οἱ χριστιανοί μαζί μέ τίς προσφορές τους. Πῶς εἶναι δυνατόν νά πονοῦν ψυχικά μπροστά στόν Κύριο γιά τόσους ἀνθρώπους, ὅταν μάλιστα, δέν τούς γνωρίζουν; Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι τό νά συμμετέχετε κι ἐσεῖς στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, γιατί τότε ἡ προσευχή αὐτή ἐνισχύεται ἀπ᾽ τόν πόνο τῆς καρδιᾶς σας καί ἀνεβαίνει πιό σύντομα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ ἐπισημαίνει: «Ὅπως δέν μποροῦμε νά μάθουμε μέ μιᾶς τίς ἐπίγειες ἐπιστῆμες καί τέχνες, ἀλλά κατά τήν ἐκμάθησί τους, πού ἀπαιτεῖ χρόνο πολύ, κάνουμε τόσα λάθη καί τόσες ἀνοησίες, ἔτσι θά πρέπη νά τό θεωροῦμε φυσικό ὅτι καί μέχρι πού νά ἐκμάθουμε τήν “τέχνη τεχνῶν” καί “ἐπιστήμη ἐπιστημῶν” δηλαδή τή μοναχική ζωή καί πολιτεία [κύριο χαρακτηριστικό τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσευχή], θά κάνουμε πολλά λάθη!».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς γράφει:

«Πές στούς χλευαστές σου: μέ ἀπατοῦν τά μάτια μου ἤ βλέπω καλά; Ἐσεῖς πού κάθε μέρα παρακαλᾶτε τούς ἐμπόρους καί τούς γαιοκτήμονες καί τούς χωροφύλακες, τήν μία γιά τό ἕνα καί τήν ἄλλη γιά τό ἄλλο, χλευάζετε ἐμένα, ἐπειδή παρακαλῶ τόν αἰώνιο Δημιουργό μας; Δέν εἶναι πιό γελοῖο νά παρακαλᾶς τόν ἀνήμπορο παρά τόν Παντοδύναμο; Δέν εἶναι παράλογο νά προσκυνᾶς τή σκόνη παρά τό Ζωοδότη καί Κύριο;».

Ἰδού καί ὁ Βίος τῆς 15χρονης Ἁγ. Ἑλένης τῆς Σινωπίτιδος: «Ἦταν τά χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, 18ος αἰώνας. Κάποια μέρα ἡ μητέρα της ἔστειλε τήν Ἑλένη νά ἀγοράση νήματα. Στόν δρόμο τήν εἶδε ὁ Οὐκούζογλου πασᾶς, διοικητής τῆς Σινώπης. Ἡ ὡραιότητά της διέγειρε τίς σαρκικές του ἐπιθυμίες. Τυφλωμένος πιά δέν σκεπτόταν, παρά πῶς θά τήν πάρη στό χαρέμι του. Καί ἀφοῦ εἶχε ἐξουσία, διέταξε νά τοῦ τήν πᾶνε.

Καί πράγματι. Τοῦρκοι τήν ἅρπαξαν καί τήν ἐπῆγαν. Καί ὁ πασᾶς; Προσπαθεῖ νά κάνη τήν ἐπιθυμία του. Ἀλλά δέν τό καταφέρνει! Γιατί; Μιά ἀόρατη δύναμι τόν ἐμπόδιζε. Ἕνα ἀόρατο τεῖχος προστάτευε τήν Ἑλένη. Ἦταν τό τεῖχος τῆς προσευχῆς. Ἡ Ἑλένη προσευχόταν συνεχῶς. Ἔλεγε τόν ἑξάψαλμο. Τόν εἶχε μάθει στό σχολεῖο. Ἀπό τόν δάσκαλο-θεῖο της.

Ὅμως, ὁ πασᾶς δέν ἀπελπίσθηκε. Τήν κράτησε στό σπίτι του. Μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά τά κατάφερνε ἀργότερα. Ἀλλά ἡ Ἑλένη ἐκμεταλλεύθηκε κάποια εὐκαιρία καί δραπέτευσε. Καί γύρισε στούς γονεῖς της.

Ὁ πασᾶς, ὅταν τὄμαθε, ἔγινε ἔξω φρενῶν. Κάλεσε, λοιπόν, τή Δημογεροντία τῶν Ἑλλήνων καί ἀπείλησε γενική σφαγή, ἄν δέν τοῦ πᾶνε τήν Ἑλένη. Τότε ἡ Δημογεροντία συνῆλθε σέ σύσκεψι στό ἑλληνικό σχολεῖο τῆς Σινώπης καί κάλεσε καί τόν πατέρα τοῦ κοριτσιοῦ. Ξεσπώντας σέ λυγμούς, ὁ τραγικός πατέρας ἀναγκάζεται νά δεχθῆ νά παραδώση τήν κόρη του στόν πασᾶ. Καί ἀφοῦ, σάν νέος Ἀβραάμ, τήν ἐνίσχυσε μέ τήν εὐχή του καί τό ἀήττητο ὅπλο τῆς προσευχῆς, τήν παρέδωσε στόν ἀγαρηνό, γιά νά προσφέρη τόν ἑαυτό της θυσία, ὄχι στίς ἀσελγεῖς ὀρέξεις τοῦ τυράννου, ἀλλά στό Χριστό.

Ὁ πασᾶς προσπάθησε πάλι νά χορτάση τήν ἐπιθυμία του. Ἀλλά καί πάλι ἀπέτυχε. Ὁ φύλακας ἄγγελος τῆς ἁγίας τόν ἐμπόδισε. Γιατί ἡ Ἑλένη προσευχόταν ἀσταμάτητα. Ἐπανελάμβανε συνεχῶς τόν ἑξάψαλμο. Μέ αὐτό τό ὅπλο ἡ μικρή κοπέλλα, ἡ 15χρονη ἁγία Ἑλένη, ἀχρήστευσε τίς νάρκες τοῦ ἐχθροῦ.

Πῶς νά τήν “σηκώση” τέτοια ἀποτυχία ἕνας σαρκολάτρης ἄνθρωπος καί μάλιστα πασᾶς; Ὀργισμένος διέταξε νά τή βασανίσουν καί νά τή θανατώσουν. Τῆς ἔμπηξαν δύο καρφιά στό κεφάλι καί τήν ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι ἡ Ἑλένη, μέ μοναδικό ὅπλο τήν προσευχή, ξέφυγε τήν πιό δύσκολη παγίδα τοῦ διαβόλου. Ἡ ψυχή της ἐλεύθερη ἀπό κάθε μολυσμό ἀνέβηκε στήν βασιλεία τοῦ Κυρίου.

Τό ἱερό καί πάνσεπτο λείψανό της τό ἔβαλαν μέσα σ᾽ ἕνα σάκκο. Καί τό ἔρριξαν στή θάλασσα. Ἀλλά δέν βυθίσθηκε. Ἐπέπλεε. Καί ἕνα γλυκύτατο φῶς κατέβαινε ἀπό τόν οὐρανό καί τό φώτιζε. Τό φῶς τό εἶδαν καί οἱ Τοῦρκοι καί ἄρχισαν νά φωνάζουν: “Ἡ γκιαούρισσα καίγεται!”. Πῶς νά καταλάβουν, τί φῶς ἦταν ἐκεῖνο, ἄνθρωποι ἀκόλαστοι; Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες τό ἀνέλκυσε ἕνα ἑλληνικό πλοῖο, πού εἶχε ἀγκυροβολήσει ἐκεῖ κοντά. Ὁ φύλακας τοῦ πλοίου εἶδε νά ἔρχεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς θάλασσας φῶς. Καί νόμισε ὅτι θά εἶναι χρυσάφι. Καί… δέν ἔπεσε ἔξω! Ἦταν κάτι πολυτιμότερο.

Ἡ ἁγία κάρα τῆς Παρθενομάρτυρος Ἑλένης τῆς Σινωπίτιδος φυλάσσεται σήμερα στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Μαρίνης Ἄνω Τούμπας στή Θεσσαλονίκη. Εὐωδιάζει καί θαυματουργεῖ. Ἡ μνήμη της ἑορτάζεται τήν 1η Νοεμβρίου».

«Ἡ μοναχή Εὐδοκία δέν μποροῦσε νά συνηθίση στή θεία αὐτή ἐνασχόλησι, οὔτε καί μποροῦσε νά πεισθῆ για τή δύναμι τῆς προσευχῆς αὐτῆς [τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»]. Καί ξαφνικά εἶδε ἕνα ὄνειρο. Εἶδε ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων κι ἀνάμεσά τους νά περπατοῦν οἱ δαίμονες καί νά τούς παρασύρουν σέ διάφορες ἁμαρτίες. Ἐκεῖνοι πού ἦταν ἄοπλοι, πήγαιναν ἀμέσως κι ἐκτελοῦσαν τίς ἐντολές τῶν δαιμόνων. Οἱ δαίμονες πλησίασαν καί τήν ἴδια. Ἄρχισε ἀμέσως νά προφέρη τήν Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ καί εἶδε νά σχηματίζεται ἕνα ξίφος, ἀπό τά λόγια αὐτά τῆς προσευχῆς, μακρύ καί φλογερό. Σέ ὅποια κατεύθυνσι ἔστρεφε τό ξίφος, οἱ δαίμονες ἔφευγαν πανικόβλητοι. Ἀπό τότε ἡ μοναχή Εὐδοκία ὑποστήριζε θερμά κι ἐργαζόταν τήν Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ».

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης δίδασκε: «Στήν ἀρρώστια ὁ ἄνθρωπος δέν κατορθώνει νά φλέγεται ἀπό πίστι καί ἀπό ἀγάπη πρός τό Θεό, διότι στίς θλίψεις καί στίς ἀσθένειες ἡ καρδιά ἀδυνατίζει. Ἐνῶ ἡ πίστι καί ἡ ἀγάπη ἀπαιτοῦν ἰσχυρή καί ἤρεμη καρδιά. Γι᾽ αὐτό καί δέν ἐπιτρέπεται νά ἀπελπιζώμασθε, ὅταν κατά τήν ἀρρώστια ἤ τή δοκιμασία μας, δέν μποροῦμε νά πιστεύουμε, ὅπως θά θέλαμε στό Θεό».

«Τό ἱερατικό, λειτουργικό μας ἔργο μᾶς ὑποχρεώνει στήν ἐπανάληψι τῶν ἴδιων προσευχῶν, ὅπως τό καθῆκον τοῦ κάθε χριστιανοῦ τόν ὑποχρεώνει στή συνεχῆ ἐκπλήρωσι τῶν ἴδιων ἠθικῶν ἐντολῶν. Δέν σταθεροποιεῖται ἡ ψυχή τόσο μέ τήν ποικιλία τῶν προσευχῶν, ὅσο μέ τήν ἐπανάληψι καί τήν ἐμπέδωσι τῶν ἴδιων προσευχῶν».

«Τά λόγια τῆς προσευχῆς, ὅταν προφέρωνται μέ πίστι καί συναίσθησι, εἶναι σάν τίς σταγόνες τῆς βροχῆς ἤ τίς νιφάδες τοῦ χιονιοῦ. Ἡ βροχή καί τό χιόνι ποτίζουν τή γῆ κι ἐκείνη βλασταίνει καί παράγει καρπούς. Ἔτσι καί ἡ πνευματική βροχή, τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ποτίζουν τήν ψυχή κι ἐκείνη γονιμοποιεῖται καί μᾶς δίνει τούς καρπούς τῶν ἀρετῶν, ἰδιαίτερα ὅταν τά λόγια τῆς προσευχῆς συνοδεύωνται ἀπό βροχή δακρύων».

π. Παΐσιος: «Γιά τό θέμα τῆς αὐτοσυγκεντρώσεως λόγῳ τῆς ὀχλαγωγίας θά πρέπη καί τώρα νά κάνης αὐτό τό ὁποῖο ἔκανες στό σχολεῖο. Τότε δέν σέ πείραζε ἡ ὀχλαγωγία, ἀλλά τό μάθημά σου πρόσεχες νά μάθης στά διαλείμματα, χωρίς νά ἀκοῦς τί γίνεται, τί λένε γύρω σου οἱ ἄλλοι, φοβούμενος μή σοῦ χαλάση ὁ βαθμός ἤ μήπως δέν περάσης. Τό ἴδιο καί περισσότερο θά χρειάζεται τώρα, διότι δέν πρόκειται περί βαθμῶν, ἀλλά περί σωτηρίας ψυχῆς ἤ κολάσεως. Ἔχοντας αὐτά ὑπόψιν σου ὁ νοῦς δέν θά σκορπάη, ἀλλά θά συγκεντρώνεται στήν εὐχή».

«Οἱ παληές οἱ μηχανές ἤ τά ἁλυσοπρίονα ἔχουν ἕνα σκοινί μ᾽ ἕνα ξύλο στήν ἄκρη. Ὅταν, λοιπόν, θέλης νά τή βάλης μπροστά, τυλίγεις τό σκοινί στή μηχανή καί τραβᾶς μέ δύναμι. Ἡ μηχανή, ὅμως, δέν παίρνει μπροστά ἀμέσως. Ἀφοῦ προσπαθήσουμε μέ τό σκοινί λίγες φορές, καί τά παγωμένα λάδια, κατά κάποιο τρόπο, ξεπαγώσουν κάπως, τότε παίρνει μπροστά μόνη της καί δουλεύει πλέον συνέχεια, χωρίς καμμία προσπάθεια ἀπό μέρους μας.

Ἔτσι γίνεται καί μέ τό κομποσκοίνι: Τό χρησιμοποιοῦμε, ὄχι γιά νά μετρᾶμε πόσα κομποσκοίνια κάναμε καί νά καυχώμασθε γι᾽ αὐτό, ἀλλά νά προσπαθοῦμε νά προθερμαίνουμε τήν καρδιά μας, ἔτσι ὥστε νά τήν κάνουμε νά δουλεύη ἀσταμάτητα γιά τό Θεό».

«Εὐλογημένε, πῶς νά νοιώσης τήν προσευχή, ὅταν προηγουμένως εἶχες στηθῆ τόση ὥρα μπροστά στήν τηλεόρασι κι ἄκουγες τίς εἰδήσεις καί μετά ἔκλεισες τήν τηλεόρασι κι ἄρχισες τό ἀπόδειπνο; Καλό εἶναι νά μή βλέπης καθόλου τηλεόρασι. Ἄν, ὅμως, δῆς, τότε, ἀφοῦ τήν κλείσης, κάνε μιά προθέρμανσι πρῶτα στήν ψυχή σου διαβάζοντας ἕνα κεφάλαιο ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἤ ἕνα κείμενο ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μέ σκοπό, ἀφοῦ ἔχεις κατά κάποιο τρόπο μπῆ στόν “πνευματικό προθάλαμο”, νά μπῆς καί στό χῶρο τῆς προσευχῆς. Καί τότε θά δῆς πῶς θά νοιώθης τήν προσευχή τήν ὁποία θά κάνης! Μέ παγωμένη τήν ψυχή μας καί φορτωμένη τήν καρδιά μέ τά προβλήματα τῆς ἡμέρας δέν μποροῦμε νά συνομιλοῦμε μέ τό Δημιουργό μας, γιατί θά παρεμβάλλωνται ὅλα τά παράσιτα τῆς ἡμέρας».

«—…Στό στρατό ὅταν ἔκανε κρύο μᾶς ἔβαζαν νά κάνουμε σημειωτόν καί νά τραγουδᾶμε, αὐτό ἦταν γιά “συντήρησι” γιά νά μήν πάθουμε κρυοπαγήματα. Ἔτσι καί ἡ προσευχή πού δέν γίνεται μέ τήν καρδιά εἶναι γιά μᾶς μόνο, γιά τό λογισμό μας· δέν πάει παραπέρα.

—Κάνουμε προσευχή γέροντα καί ὁ νοῦς μας φεύγει ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ, γιατί;

—Διότι εἶναι προσευχή χωρίς πόνο! Γιά νά προσευχηθοῦμε μέ τήν καρδιά, πρέπει νά πονέσουμε. Ὅπως ὅταν κτυπήσουμε στό χέρι ἤ κάπου ἀλλοῦ μαζεύεται ὁ νοῦς μας στό σημεῖο ὅπου πονᾶμε, ἔτσι γιά νά μαζευθῆ ὁ νοῦς στήν καρδιά πρέπει νά πονέση ἡ καρδιά.

—Πῶς μποροῦμε νά διατηρούμασθε σ᾽ αὐτή τήν κατάστασι ὅταν δέν ἔχουμε κάποιο πρόβλημα, κάποιο πόνο;

—Νά κάνουμε τόν πόνο τοῦ ἄλλου δικό μας! Πρέπει ν᾽ ἀγαπήσουμε τόν ἄλλο, νά τόν πονέσουμε, γιά νά μπορέσουμε νά προσευχηθοῦμε γι᾽ αὐτόν. Νά βγοῦμε σιγά-σιγά ἀπό τόν ἑαυτό μας καί νά ἀρχίσουμε ν᾽ ἀγαπᾶμε, νά πονᾶμε καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τήν οἰκογένειά μας πρῶτα καί ὕστερα τήν μεγάλη οἰκογένεια τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Θεοῦ».

«Τά βράδυα προσπαθοῦν τά ταγκαλάκια νά μοῦ γκρεμίσουν τήν καλύβα. Κτυποῦν μέ κορμούς ἐπάνω ἀπ᾽ τή λαμαρίνα κι ἐγώ τότε ψέλνω ἀπό κάτω: “Τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν” καί πανικόβλητα φεύγουν».

«Ἡ προσευχή εἶναι τό πιό δυνατό ὅπλο ἀπ᾽ ὅλα. Ἄν βοηθάω ἤ ἐλευθερώνω ἕνα φυλακισμένο, δέν κάνω καί πολλά πράγματα. Ἡ προσευχή τόν σώζει ὄχι μόνο γι᾽ αὐτή τή ζωή, ἀλλά καί γιά τήν αἰώνια. Δέν εἶναι δουλειά τοῦ μοναχοῦ νά ἐπισκέπτεται τούς ἀρρώστους, ἀλλά νά προσεύχεται γιά τήν ψυχή τους. Στήν Ἐκκλησία ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι πού φροντίζουν τούς ἀρρώστους καί ἐκεῖνοι πού τούς συμπαραστέκονται. Ὁ μοναχός, ὅμως, εἶναι διαφορετικό πρᾶγμα. Μά ποιός εἶναι περισσότερο φυλακισμένος ἀπ᾽ τούς νεκρούς πού βρίσκονται στόν Ἅδη καί δέν μποροῦν πιά νά κάνουν τίποτε γιά νά μετανοήσουν; Ἐμεῖς, ὅμως, μποροῦμε νά τούς σώσουμε. Πρέπει νά προσευχώμασθε καί νά κάνουμε μετάνοιες γιά τούς νεκρούς! Τό ἴδιο καί γιά τούς ζωντανούς. Μόνο ἡ προσευχή μπορεῖ νά ἀναγκάση τό Θεό νά ἐπέμβη μέ τό ζόρι σέ μερικές καταστάσεις. Ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά ὁ διάβολος θά τοῦ ἔλεγε, “Αἴ, γιατί λειτουργεῖς μ᾽ αὐτό τόν τρόπο;”. Ἀντίθετα, ὅταν ἕνας χριστιανός προσεύχεται, ἀναγκάζει τό Θεό νά ἐπέμβη μέ τή βία, ἀκόμα καί ἐνάντια στήν ἐλευθερία αὐτοῦ τοῦ ταλαίπωρου πού ζῆ μέσα στήν ἁμαρτία!».

Ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος τόνιζε: «Τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μέ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται ἀκόμη καί τό στόμα μας».

Ὁ Στάρετς Σέργιος ἔλεγε: «Ἄν ἡ προσευχή βρίσκεται μέσα μας, καθιστᾶ ἀδύνατη κάθε σαρκική ἁμαρτία. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἡ σαρκική ἁμαρτία καθιστᾶ ἀδύνατη τήν προσευχή».

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης ἀνέφερε: «Μ’ ἔμαθε νά προσεύχωμαι κατανυκτικά καί μέ δάκρυα μία ἁπλῆ γυναικούλα, πού κατοικοῦσε στό Πέραμα Πειραιῶς καί τήν ἀποκαλοῦσαν περιφρονητικά ὄχι μέ τ’ ὄνομά της, ἀλλά μέ τό παρατσούκλι “ἡ Αὐγουλοῦ”, γιατί πούλαγε φρέσκα αὐγά, νά ἐξοικονομήση τόν “ἄρτον τόν ἐπιούσιον”.

Ὡς περιοδεύων πέρασα μιά μέρα ἀπ’ τό φτωχικό της σπίτι, γιά νά εἰσπράξω μιά συνδρομή γιά τό περιοδικό ΖΩΗ. Ἡ ἴδια ἀπουσίαζε καί βρισκόταν ἐκεῖ τό παιδί της, πού διήρχετο τήν ἐφηβεία. Ἔκαιγε τό καντήλι στό εἰκονοστάσι κι ἔκανα στό παιδί τήν πρότασι ἄν ἤθελε μέχρι νά ᾽λθη ἡ μητέρα του νά προσευχηθοῦμε λιγάκι. Κάπως ἀδιάφορα κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του καί εἶπε ἄς προσευχηθοῦμε. Ὅταν τελειώσαμε τήν προσευχή, μοῦ λέει κάπως χαριτολογώντας, ἄ, ἐσύ δέν ξέρεις νά προσευχηθῆς! Ἐγώ κατεπλάγην ἀπ’ τήν τολμηρή αὐτή παρατήρησι καί τόν ρώτησα νά μοῦ ἐξηγήση, πῶς κατά τή γνώμη του πρέπει νά προσεύχεται ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Ἐγώ, κύριε, μοῦ λέει δέν ξέρω Θεολογία, ἀλλά βλέπω τό παράδειγμα τῆς μητέρας μου, πού ὅταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχῶς “Κύριε Ἐλέησον”, πέφτει συνεχῶς σέ μετάνοιες, κτυπάει τό στῆθος της καί τρέχουν ποτάμι τά δάκρυά της!

Μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἀφήγησι, μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά γνωρίσω αὐτή τήν ὑπέροχη γυναῖκα καί νά διδαχθῶ κάτι ἀπ’ τή χαρισματική προσευχή της.

Ἐκείνη τή μέρα δέν ἦλθε κι ἀποχώρησα. Μιά ἄλλη μέρα πέρασα νά τή συναντήσω καί βρέθηκα μπροστά σέ μιά συγκλονιστική σκηνή προσευχομένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνδρας της, ὅπως ἔμαθα, ἦταν ἕνας μέθυσος κι ἀχαΐρευτος, πού τῆς ἔπαιρνε ὅ,τι οἰκονομοῦσε ἀπ’ τά αὐγά καί μπεκρόπινε. Ἐκείνη τή μέρα κατά τήν ὁποία πῆγα, ἀπ’ τό μεθύσι του τήν εἶχε ξυλοκοπήσει, τῆς εἶχε πάρει τά χρήματα καί τῆς εἶχε πετάξει τήν Καινή Διαθήκη μέσα στό πηγάδι! Ἐγώ δέ, τή βρῆκα γονατιστή στό πηγάδι νά προσεύχεται καί νά λέη: Χριστέ μου καί Παναγία μου Μεγαλόχαρη, τό βιβλίο μέ τά ἱερά γράμματα, τό ὁποῖο ἔρριξε ὁ ἄνδρας μου στό πηγάδι δέν τό ἔκανε ἀπό ἀσέβεια, ἀλλά ἦταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τά ἱερά αὐτά Γράμματα, πού θά λειώσουν καί θά γίνουν ἕνα μέ τό νερό, νά τά πιῆ ὁ ἄνδρας μου, νά μετανοήση, νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ, νά μήν πάη στήν κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ὁ κόσμος μέ ἔχει γιά καλή, ἐνῶ ἐγώ ἡ τρισάθλια ἔχω πολλά ἀθεράπευτα πάθη κι ἁμαρτίες!

Μέ μικρές παραλλαγές θά λέγαμε, πώς ἡ προσευχή αὐτῆς τῆς ἀνώνυμης γυναικούλας τοῦ πλήθους μοιάζει μ’ ἐκείνη τοῦ τσαγκάρη τῆς Αἰγύπτου, στόν ὁποῖο ἔστειλε ὁ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τό Μέγα Ἀντώνιο γιά νά διδαχθῆ τήν ταπεινοφροσύνη».

Γράφει ὁ Μητροπολίτης Anthony Bloom: «Ἡ γνῶσι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά προσληφθῆ καί νά προσφερθῆ μόνο μέσα στήν κοινωνία μέ τό Θεό, μόνο ὅταν μοιραζώμασθε μέ τό Θεό αὐτό τό ὁποῖο Ἐκεῖνος εἶναι, καί μόνο μέχρι τοῦ σημείου στό ὁποῖο Ἐκεῖνος μᾶς ἐπιτρέπει μιά τέτοια κοινωνία… Ὁ Ἅγ. Μάξιμος χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα ἑνός ξίφους πού πυρακτοῦται. Τό ξίφος δέν γνωρίζει ποῦ ἡ φωτιά τελειώνει καί ἡ φωτιά δέν γνωρίζει ποῦ τό ξίφος ἀρχίζει, οὕτως ὥστε κάποιος μπορεῖ, καθώς λέει, νά κόψη μέ τή φωτιά καί νά κάψη μέ τό σίδηρο… Κατά τόν ἴδιο, ἐπίσης, τρόπο ὅταν εἰσερχώμασθε στή γνῶσι τοῦ Θεοῦ, δέν ἐμπεριέχουμε τό Θεό, ἀλλά ἐμπεριεχόμασθε σ᾽ Αὐτόν, κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γινόμασθε, σ᾽ αὐτή τή συνάντησι μέ τό Θεό, ἀσφαλεῖς μέσα στήν ἀπεραντοσύνη Του».

Ὁ Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware σημειώνει γιά τίς ὁμοιότητες καί τίς διαφορές μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί θρησκειῶν: «Καταπληκτικές ὁμοιότητες ὑπάρχουν μεταξύ τῶν φυσικῶν μεθόδων τίς ὁποῖες συνιστοῦν οἱ Βυζαντινοί Ἡσυχαστές καί αὐτῶν τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦν στήν Ἰνδική yoga καί τό [μουσουλμανικό] Σουφισμό. Μέχρι ποιό σημεῖο οἱ ὁμοιότητες εἶναι τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ἁπλῆς συμπτώσεως, μιᾶς ἀνεξάρτητης ἄν καί ἀνάλογης ἀναπτύξεως σέ δύο χωριστές παραδόσεις;… Ἕνα σημεῖο, πάντως, δέν θά πρέπη νά ξεχασθῆ. Μαζί μέ τίς ὁμοιότητες ὑπάρχουν, ἐπίσης, καί διαφορές. Ὅλες οἱ εἰκόνες ἔχουν πλαίσια καί ὅλα τά πλαίσια τῶν εἰκόνων ἔχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά· κι, ὅμως, οἱ εἰκόνες μέσα στά πλαίσια ἴσως νά εἶναι ὁλότελα διαφορετικές. Αὐτό πού ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ εἰκόνα, ὄχι τό πλαίσιο. Στήν περίπτωσι τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, οἱ φυσικές ἀσκήσεις εἶναι σάν τό πλαίσιο, ἐνῶ ἡ νοητική ἐπίκλησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα μέσα στό πλαίσιο. Τό “πλαίσιο” τῆς Εὐχῆς μοιάζει, βεβαίως, μέ διάφορα μή Χριστιανικά “πλαίσια”, ἀλλά αὐτό δέν θά πρέπη νά μᾶς ἀποσπᾶ τήν προσοχή ἀπό τή μοναδικότητα τῆς εἰκόνος πού περικλείεται, ἀπό τό χαρακτηριστικά χριστιανικό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς. Τό οὐσιῶδες σημεῖο στή Νοερά Προσευχή δέν εἶναι ἡ πρᾶξι τῆς ἐπαναλήψεως αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν, οὔτε τό πῶς καθόμασθε ἤ ἀναπνέουμε, ἀλλά σέποιόν μιλᾶμε καί στήν περίπτωσι αὐτή οἱ λέξεις ἀπευθύνονται ξεκάθαρα στόν Ἐνσαρκωμένο Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό, Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Υἱό τῆς Μαρίας».

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος γράφει: «Ἡ “εὐχή” λέγεται “εὐχή” τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά βρίσκεται σέ μία Τριαδολογική βάσι. Ἄλλωστε ὁ Χριστός, “εἷς ὤν τῆς Ἁγίας Τριάδος”, δέν ὑπάρχει ποτέ ἄνευ τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀποτελεῖ μέ τά ἄλλα Πρόσωπα “Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον”. Ἡ Χριστολογία συνδέεται στενά μέ τήν Τριαδολογία. Ἄς ἔλθω στό θέμα τῆς “εὐχῆς”. Ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος διά τοῦ ἀγγέλου ἔδωσε παραγγελία στόν Ἰωσήφ νά ὀνομάση τό Χριστό Ἰησοῦ: “… καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν…”(Μθ 1, 21). Ὁ Ἰωσήφ, κάνοντας ὑπακοή στόν Πατέρα, κάλεσε τόν υἱό τῆς Παρθένου, Ἰησοῦ. Ἀκόμη, σύμφωνα μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, πού φώτισε τόν ἀπ. Παῦλο, “οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ”(Α´ Κορ 12, 3). Ἄρα, λέγοντας τήν “εὐχή” “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με”, ἀναγνωρίζουμε τόν Πατέρα καί κάνουμε ὑπακοή σ᾽ Αὐτόν κι ἐπιπλέον αἰσθανόμασθε τίς ἐνέργειες καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ Πατέρες, φωτισθέντες ἀπ᾽ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μᾶς εἶπαν ὅτι “Ὁ Πατήρ δι᾽ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ποιεῖ τά πάντα”. Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα δημιούργησε τόν κόσμο κι ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί πάλι ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἀναδημιούργησε καί ἀνέπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. “Ὁ Πατήρ ηὐδόκησεν (: θέλησε), ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο” καί “ἐγένετο σάρξ” “ἐκ Πνεύματος Ἁγίου”. Δηλ. ἡ ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ ἔγινε “εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Γι᾽ αὐτό καί λέμε ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ πρόσκτησι τῶν θείων Χαρίτων εἶναι κοινή ἐνέργεια τῆς Παναγίας Τριάδος».

«Εἶπε πάλι ἄλλος:

—Ἡ ὑπερηφάνειά μας κάνει κουφό τό Θεό».

Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Φιλοθεΐτης ἔλεγε:

«Στίς Ἀκολουθίες αὐτός [ὁ δαιμονισμένος] δέν πήγαινε μέσα μέ τούς πατέρες, παρά γύριζε ἔξω μέ τό κομποσχοίνι στά βράχια· καί φώναζε συνεχῶς τήν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Ἀντιβοοῦσε ὁ τόπος. Εἶχε λάβει πεῖρα πόσο ἡ εὐχή καίει τό δαίμονα. Καί ἐκεῖ πού τριγυρίζοντας τά βράδια ἔλεγε ἀσταμάτητα τήν εὐχή, ξαφνικά ἄλλαζε ἡ φωνή του καί ἄρχιζε ὁ δαίμονας· —Σκάσε, σοῦ εἶπα, σκάσε! Μ᾽ ἔσκασες! Τί κάθεσαι ἐδῶ ἔξω καί γυρίζεις τά βράχια καί μουρμουρίζεις; Πήγαινε μέσα μέ τούς ἄλλους καί ἄφησε αὐτό τό μουρμουρητό. Τί λές καί ξαναλές τά ἴδια καί τά ἴδια μέρα-νύκτα, καί δεν τό καταλαβαίνεις; Καί ὅταν περνοῦσε ἡ ὥρα τοῦ πειρασμοῦ ἐκεῖνος πάλι τήν εὐχή μέ τό κομποσχοίνι: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Εἶχε καταλάβει πολύ καλά αὐτό τό ὁποῖο ὁ διάβολος νόμιζε ὅτι δέν μποροῦσε νά καταλάβη. Καί ἦταν ἕνας πόνος ψυχῆς καί μία ἐλπίδα νά τόν βλέπης νά ὑποφέρη, νά ἀγωνίζεται, νά ὑπομένη. Τέλος ἔμεινε καιρό μαζί μας καί ἀρκετά βελτιωμένος ἔφυγε. Καί δέν τόν ξαναείδαμε. Ὁ Θεός γνωρίζει τί ἀπέγινε».

• Δίδασκε ὁ π. Πορφύριος: «Ἡ δύναμι τῶν πολλῶν πολλαπλασιάζεται, σάν νά βλέπουν ἕνα ὡραῖο πρᾶγμα καί τό κοιτάζουν ὅλοι μαζί μέ λαχτάρα. Αἴ, ἡ ὅρασί τους, πού σμίγει σ᾽ αὐτό τό ὡραῖο, τούς ἑνώνει. Παράδειγμα, ἡ λύτρωσι τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἀπ᾽ τή φυλακή: “Προσευχή δέ ἦν ἐκτενής γινομένη ὑπό τῆς ἐκκλησίας”(Πρξ 12, 5). Αὐτή ἡ προσευχή ἔβγαλε τόν Πέτρο ἀπ᾽ τά δεσμά τῆς φυλακῆς».

• Ἐπίσης: «Θά ἔρχεσαι στό ἐσωτερικό κέντρο τοῦ κεφαλιοῦ σου καί μέσα ἐκεῖ ἀκριβῶς, θά λές τό “Κύριε Ἱησοῦ Χριστέ Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος Ἐλέησόν με” ἤ τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλέησόν με”, μέ πολύ ἠρεμία, ἁπαλότητα καί γλυκύτητα . Νά μή ταράζεσαι ἀπό τίς διάφορες εἰκόνες τίς ὁποῖες θά σοῦ φέρνη ὁ πονηρός, οὔτε νά βιάζεσαι νά λές τίς λέξεις αὐτές, καί νά προσέχης καλά τό νόημά τους. Εἶναι ἔτσι σάν νά κτυπᾶ ἐκεῖ μέσα μιά καμπάνα πολύ δυνατά πρός τά ἐσωτερικά τοιχώματα τοῦ ἐγκεφάλου. Τότε οἱ ἐξωτερικοί λογισμοί τοῦ πονηροῦ δἐν μποροῦν νά μποῦν μέσα, γιατί ἐξοστρακίζονται καί ὠφελεῖσαι τά μέγιστα. Νά μή δίνης σημασία στίς διάφορες εἰκόνες τίς ὁποῖες θά βλέπης, νά μήν τίς ἀπωθῆς μέ ἀπότομο τρόπο, ἀλλά ἤρεμος καί πρᾶος νά συνεχίζης νά λές αὐτή τήν εὐχή».

Ὁ Γέροντας Ἀρσένιος Μπόκα δίδασκε: «Δέν φωτίζει τό καντήλι δίχως τό λάδι, οὔτε καί ἡ προσευχή χωρίς τήν ἀγάπη. Ὁ καπνός τοῦ θυμιάματος δέν ἀνεβαίνει ψηλά, χωρίς τό ἀναμμένο κάρβουνο, οὔτε καί ἡ προσευχή ἀνεβαίνει στό Θεό, χωρίς τήν ἀγάπη».

Ὁ π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος γράφει: «Τό ὑποσυνείδητο εἶναι σάν ἕνα καζάνι. Ἄν στό καζάνι αὐτό βάλουμε νά βράση τό καυτό ὕδωρ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἄν αὐτό βράση πολύ, τότε δέν θά τολμήση ὁ διάβολος νά βάλη μέσα τό χέρι του, γιά νά βγάλη εἰκόνα ἡ φαντασία. Τί χρειαζόμασθε, λοιπόν; Πύκνωσι τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Καζάνι, πού βράζει, μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ κυρίως ὁ νοῦς, πού κρατεῖ τ᾽ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ κι ἔτσι δέν μπορεῖ νά βάλη τό χέρι του ὁ πονηρός μέσα, γιατί θά ζεματισθῆ ἀπ᾽ τήν εὐχή καί θά σηκωθῆ νά φύγη».

• Ἀναφέρει καί ἡ Μοναχή Καλλίστη: «Ὁ Γέροντας Παναῆς Χατζηϊωνᾶς ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς. “Θέλεις νά προσευχηθῆς;”, μᾶς ἔλεγε. “Πρέπει νά κάνης ἐγκατάστασι. Χωρίς ἐγκατάστασι, δέν μπορεῖς ν᾽ ἀνοίξης τό κουμπί καί ν᾽ ἀνάψη τό φῶς. Ἐνῶ, ὅταν κάνης ἐγκατάστασι, ἔτσι κι ἀγγίζης τό κουμπί, ἀρχίζεις ν᾽ ἀνεβαίνης στόν οὐρανό”.

Ἔτσι ἔβλεπε τή διαρκῆ σύνδεσί μας μέ τό Θεό. Ὅπως, ἀκριβῶς, μέσῳ μιᾶς ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως, εἴμασθε συνεχῶς συνδεδεμένοι μέ τόν τόπο παροχῆς τοῦ ρεύματος κι ἔτσι ἔχουμε πάντοτε φῶς. Καί συμπλήρωνε: “Νά βάλης τά σύρματα, νά βάλης τίς λάμπες καί τό μόνο, πού θά χρειάζεται μετά, θά εἶναι ν᾽ ἀγγίζης τό κουμπί”».

Ὁ Φιλλανδός Ὀρθόδοξος Τito Colliander γράφει: «Ὁ προσευχόμενος προχωρεῖ μέ τήν προσευχή του πρός τό Δημιουργό τῆς δημιουργίας. Ἡ ἀγάπη του δέν κατευθύνεται στή θερμότητα, ἀλλά στήν πηγή τῆς θερμότητος· ὄχι στίς λειτουργίες τῆς ζωῆς, ἀλλά στήν πηγή τῆς ζωῆς· ὄχι στό ἐγώ του, ἀλλά στήν πρώτη ἀρχή, πού ἔδωσε τή συνείδησι τοῦ ἐγώ, στό Δημιουργό τῆς ὑπάρξεως».

«Ἡ προσευχή εἶναι ἕνα κτήριο, πού συνήθως ἀφήνουμε μιά πλευρά του μισοκτισμένη. Εἶναι ἡ πλευρά τῆς εὐχαριστίας. Φροντίζουμε νά εἶναι πλήρης ἡ πλευρά τῆς δοξολογίας καί οἱ ἄλλες πλευρές τῶν αἰτημάτων μας, ἀλλά ξεχνοῦμε συχνά νά συμπληρώνουμε τίς εὐχαριστίες τίς ὁποῖες ὀφείλουμε στόν Κύριο γιά ὅσα καλά —γνωστά ἤ ἄγνωστά μας— πήραμε ἀπ᾽ τήν ἀγαθότητά Του.

Ἄς πάρουμε, λοιπόν, τίς πέτρες τῆς καλῆς μνήμης, τή λάσπη τῶν δακρύων καί τό μυστρί τῆς εὐγνωμοσύνης κι ἄς συμπληρώσουμε τόν τοῖχο τῆς “εὐχαριστίας”».

«Θά ἦταν ἀσφαλῶς χίμαιρα γιά ἕνα ζωγράφο νά ζωγραφίζη χωρίς χρώματα, γιά ἕνα συγγραφέα νά γράφη χωρίς πέννα καί χαρτί, γιά ἕνα γλύπτη νά σκαλίζη χωρίς σμίλη, γιά ἕνα στρατιώτη νά πολεμᾶ χωρίς ὅπλο, γιά ἕναν ἀοιδό νά τραγουδᾶ χωρίς γλῶσσα, γιά ἕνα βασιλιᾶ νά κυβερνᾶ χωρίς νόμους, γιά ἕνα ποιητή νά γράφη ποιήματα χωρίς… λέξεις.

Τό ἴδιο εἶναι χίμαιρα γιά ἕνα Χριστιανό νά νομίζη ὅτι μπορεῖ νά εἶναι Χριστιανός χωρίς νά προσεύχεται».

«Ἄν ἡ προσευχή δέν βγάλη τήν ἁμαρτία ἀπ᾽ τή ζωή σου, τότε ἡ ἁμαρτία θά βγάλη τήν προσευχή ἀπ᾽ τό ὁπλοστάσιό σου».

Ὁ πολυδοκιμασθείς Ἀναστάσιος Μ. γράφει: «Τόν ἐχθρό μας νά τόν φέρνουμε στό ὕψος κι ἐμεῖς στά πόδια του νά παρακαλοῦμε τό Θεό νά τόν συγχωρέση· νά δίνης ἐκτίμησι στόν ἐχθρό. Στό ὕψος νά τούς βάλουμε κι ἐμεῖς νά εἴμασθε στά πόδια τῶν ἐχθρῶν μας… Ὅσο πιστεύης στό Θεό τόσο δέν θέλης νά χαλάσης τήν ψυχή τοῦ ἄλλου. Δέν λέει προσευχηθῆτε γιά ὅσους σᾶς κατατρέχουν;…

Ἐμένα μέ κύκλωσαν ἀδικίες κι ἔκανα προσευχή. Ὅταν ἔβλεπα ἀδικία καί δέν μποροῦσα νά τή σταματήσω γονάτιζα καί φώναζα συγχώώώώρεσέ με Κύριε… Ἔτσι μοῦ περνοῦσε ἡ στενοχώρια… Γιατί οἱ προσευχές φθάνουν ἐπάνω. Οἱ προσευχές τά πάντα τά λειώνουν κι ἀμέσως προλαβαίνει ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Βασιλική Φωτοπούλου-Παλαιοῦ σημειώνει: «Δέν χρειάζεται Fax οὔτε Τelex

οὔτε ἄλλη τηλεφωνική

ἤ δορυφορική ἐπικοινωνία.

Δέν χρειάζεται εἰδικό ραντεβού

ἀπ᾽ τόν “ἰδιαίτερο”.

Οὔτε κἄν ὁρισμένη ὥρα

γιά νά Σοῦ μιλήσουμε.

Κι ἄς εἶσαι ὁ Βασιλεύς

τῶν βασιλέων.

Μόνο… μιά φωνή “ἐκ βαθέων”

χρειάζεται…».

«Ὁ μεγάλος ρῶσος λογοτέχνης L. Tolstoy στό βιβλίο του Παιδικά, Ἐφηβικά καί Νεανικά χρόνια περιγράφει μιά ἐμπειρία του ἀπό τά παιδικά του χρόνια, πού ἔμεινε βαθειά χαραγμένη στήν ψυχή του.

Φιλοξενοῦσαν συχνά στό σπίτι τους ἕναν ἄνθρωπο πολύ πονεμένο, πού ἐλάχιστες “ἄσπρες” μέρες εἶχε δεῖ στή ζωή του. Σέ μιά ἀπό αὐτές τίς ἐπισκέψεις, ὁ Tolstoy μαζί μέ τά μικρά του ἀδέλφια, παρακολούθησαν κρυφά τό γέροντα πού προσευχόταν στό δωμάτιο τό ὁποῖο τοῦ εἶχαν παραχωρήσει. Καί περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν ἀνεξίτηλη σφραγίδα τήν ὁποία ἄφησε πάνω του αὐτή ἡ ἐμπειρία:

“Σταυρώνοντας τά μεγάλα του χέρια στό στῆθος, ὁ Γκρίσα, στεκόταν πρῶτα σιωπηλός μέ σκυμμένο τό κεφάλι μπροστά στίς εἰκόνες. Μετά ἔπεσε στά γόνατα καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Στήν ἀρχή ἀπάγγειλε σιγαλά γνωστές προσευχές· μετά τίς ἐπανελάμβανε δυνατότερα. Μετά ἄρχισε νά προσεύχεται μέ δικά του λόγια. Προσευχήθηκε γιά ὅλους τούς εὐεργέτες του (ἔτσι ἀποκαλοῦσε αὐτούς πού τόν φιλοξενοῦσαν)· ἀνάμεσα σ᾽ αὐτούς καί γιά τήν μητέρα μας καί γιά μᾶς.

Προσευχήθηκε γιά τόν ἑαυτό του, ζητώντας ἀπό τό Θεό νά συγχωρήση τίς προηγούμενες ἁμαρτίες του· καί μετά συνέχισε νά ἐπαναλαμβάνη: Θεέ μου, συγχώρεσε τούς ἐχθρούς μου. Μετά συνέχισε νά ἐπαναλαμβάνη πολλές φορές: Κύριε, ἐλέησέ με· ἀλλά κάθε φορά μέ ἀνανεωμένη δύναμι καί μέ θέρμη.

Μετά εἶπε: Συγχώρεσέ με, Κύριε, καί δίδαξέ με, πῶς νά ζῶ. Καί τό εἶπε μέ τόση ἁπλότητα καί πίστι σάν νά περίμενε μιά ἄμεση ἀπάντησι στό αἴτημά του. Καί ἔπειτα τό μόνο τό ὁποῖο μπορούσαμε νά ἀκούσουμε, ἦταν λυπητερά ἀναφυλλητά. Σέ λίγο σηκώθηκε στά γόνατά του, σταύρωσε τά χέρια του στό στῆθος καί ἔμεινε σιωπηλός…

Καί ξαφνικά ἀναφώνησε: Γενηθήτω Κύριε, τό θέλημά Σου! Καί πέφτοντας μέ τό μέτωπο στό πάτωμα ἄρχισε πάλι νά κλαίη μέ λυγμούς σάν παιδί…”.

Καί συνεχίζει ὁ Tolstoy:

“Πολλές ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος ἔχουν χάσει τή σημασία τους γιά μένα· ἀκόμη καί ὁ Γκρίσα ὁ προσκυνητής ἔχει ἀπό καιρό τελειώσει τό τελευταῖο του ταξίδι. Ἀλλά ἡ ἐντύπωσι, τήν ὁποία μοῦ ἔκανε ἐκείνη ἡ βραδυνή προσευχή του, δέν θά ξεθωριάση ποτέ!

Ὠ ἀληθινέ Χριστιανέ Γκρίσα! Ἡ πίστι σου ἦταν τόσο δυνατή πού ἔνοιωθες ζωντανή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη σου γιά τό Θεό ἦταν τόσο μεγάλη, πού οἱ λέξεις ξεχύνονταν ἀπό τά χείλη σου ἀπό μόνες τους, χωρίς νά τίς μετρᾶς μέ τή λογική σου. Καί τί ὑπέροχη δοξολογία πρόσφερες, γιά νά δοξάσης τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅταν —μή βρίσκοντας λέξεις μέσα στόν πόνο σου— ἔπεσες κλαίγοντας στό πάτωμα καί φώναξες: Γενηθήτω, Κύριε τό θέλημά σου!”.

Εἴμασθε εὐγνώμονες στό μεγάλο Tolstoy γιά τήν “μαγνητοσκόπησι” αὐτῆς τῆς συγκλονιστικῆς προσευχῆς τοῦ ἁπλοϊκοῦ γέροντα προσκυνητῆ. Καί εἶναι κρίμα, πού ὁ τραγικός συγγραφέας, φυλακισμένος στόν ἑωσφορικό ἐγωϊσμό του, δέν φρόντισε ποτέ νά ἀξιοποιήση σωστά τό μάθημα τῆς προσευχῆς, τό ὁποῖο πῆρε ἀπό τόν ἀγράμματο χωρικό.

Τουλάχιστον ἔκανε τήν πολύ σωστή διαπίστωσι ὅτι οἱ λέξεις “Γενηθήτω τό θέλημά Σου”, εἶναι ἡ πιό ὑπέροχη δοξολογία τοῦ Θεοῦ».

«Ἕνας γέρος βαρκάρης πήγαινε βόλτα μέ τή βάρκα του ἕνα νέο. Στά κουπιά τῆς βάρκας του εἶχε γραμμένο στό ἕνα τή λέξι: Προσευχή καί στό ἄλλο τή λέξι: Ἐργασία.

Στ᾽ ἀνοικτά ὁ νέος λέει σαρκαστικά στό γέρο:

—Πᾶς πολύ ἀργά· ὅποιος ἐργάζεται δέν ἔχει ἀνάγκη νά προσεύχεται.

Ὁ γέρος δέν ἀπάντησε, μόνο ἄφησε τό κουπί πού εἶχε τή λέξι προσευχή καί ἄρχισε νά κωπηλατῆ μόνο μέ τ᾽ ἄλλο. Κωπηλατοῦσε… κωπηλατοῦσε καί ἡ βάρκα γυρνοῦσε πάντα στό ἴδιο μέρος.

Ἔτσι ὁ νέος εὔκολα κατάλαβε ὅτι μέ τό κουπί τῆς ἐργασίας χρειάζεται καί τό κουπί τῆς προσευχῆς καί αὐτά τά δύο δέν χωρίζονται».

«Ξέρετε τί εἶναι λάθος μέ τόν κόσμο σήμερα; Ὑπάρχουν πολλοί θεολόγοι καί θεολογοῦντες καί λίγοι ἄνθρωποι τῶν γονάτων τῆς προσευχῆς».

«Ρωτήσανε κάποτε ἕνα σοφό ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ· “ποιά εἶναι ἡ τελεία προσευχή”; Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:

Τέλεια προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ἔχει τή θέρμη τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Βαρτιμαίου, τήν ἐπιμονή τῶν λόγων τῆς Χαναναίας καί τήν πίστι τοῦ ἑκατοντάρχου».

«Ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται περισσότερο νά μᾶς κάνη αὐτό πού πρέπει νά εἴμασθε, παρά νά μᾶς δώση ἐκεῖνο πού ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι θά πρέπη νά ἔχουμε».

Γράφει ὁ π. Αnthony Βloom: «Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι προσεύχονται καί νομίζουν ὅτι ἀπευθύνονται σέ ἄδειο οὐρανό· πολύ συχνά συμβαίνει αὐτό ἐπειδή ἡ προσευχή τους εἶναι χωρίς νόημα, παιδαριώδης.

Θυμᾶμαι τήν περίπτωσι ἑνός ἡλικιωμένου ἀνθρώπου πού μοῦ ἔλεγε ὅτι ὅταν ἦταν παιδί, προσευχόταν πολλούς μῆνες γιά νά τοῦ δώση ὁ Θεός τό καταπληκτικό δῶρο τό ὁποῖο ὁ θεῖος του κατεῖχε —δηλαδή κάθε βράδυ νά βγάζη τά δόντια του ἀπό τό στόμα του καί νά τά βάζη σ᾽ ἕνα ποτήρι νερό— καί ὅτι ἀργότερα ἦταν τρομερά εὐτυχισμένος διότι ὁ Θεός δέν τοῦ ἐξεπλήρωσε τήν ἐπιθυμία του. Συχνά οἱ προσευχές μας εἶναι τόσο παιδιάστικες, ὅπως αὐτή, καί φυσικά δέν ἱκανοποιοῦνται».

«Καθώς κάποτε ὁ Χριστός “οὐκ ἀπεκρίθη λόγον” στή Χαναναία, ἔτσι καί σέ μᾶς ὁ Θεός δέν ἀποκρίνεται. Ὁ Θεός σιγᾶ. Σιγᾶ, ὅταν σ᾽ ὅλη τους τή ζωή ὁ Ζαχαρίας καί ἡ Ἐλισάβετ τοῦ ζητοῦν τέκνο. Σιγᾶ, ἐνῶ ἐπί τρεῖς ὁλόκληρους αἰῶνες ἡ καταδιωκόμενη Ἐκκλησία περιμένει τήν ἀπολύτρωσι. Ὁ Θεός σιγᾶ. Ἀλλά δέν εἶναι ἀδράνεια, ἀγαπητοί, ἡ σιγή. Τόσα πράγματα ἐνῶ σιγοῦν ἐκτελοῦν τίς μεγαλύτερες ἐργασίες! Ὁ σπόρος πού δρᾶ ἀπαρατήρητος στά βάθη τῆς γῆς, οἱ χημικές ἀναλύσεις καί συνθέσεις πού διαμορφώνουν ὁλόκληρα ἐργαστήρια ἀλχημείας στά σπλάγχνα της, ἡ τεράστια κίνησί γύρω ἀπό τόν ἥλιο, οἱ ἀδιάκοποι στροβιλισμοί παμμεγίστων σφαιρῶν καί συστημάτων στό ἄπειρο κενό, ὅλα αὐτά σιγοῦν καί ὁ ἐλάχιστος κρότος τους δέν ἀκούγεται· ἀλλά ποιός θά παρέβαλλε πρός τίς ἐνέργειές τους τίς βοές ἑνός κενοῦ βαρελιοῦ; Ὅσο εὐθύτερος σπεύδει πρός τόν ὠκεανό ὁ ποταμός, τόσο πιό ἀνωφελής εἶναι, καί ὅσο περισσότερο θλᾶται δεξιά καί ἀριστερά καί διαγράφει ρεῦμα ἑλικοειδές ἀνάμεσα στίς πεδιάδες, καί καθυστερεῖ νά βυθισθῆ στή θάλασσα, τόσο περισσότερο εὐεργετικός εἶναι σέ μεγαλύτερες ἐκτάσεις. Ἐκεῖνα τά πλοῖα ἔρχονται φορτωμένα μέ πλούσια ἐμπορεύματα, ὅσα ἔρχονται ἀπό μακρυνές χῶρες καί ὕστερα ἀπό πολύμηνα ταξίδια, ἐνῶ ὅσα ἔρχονται ἀπό τά γειτονικά λιμάνια μᾶς φέρνουν λεμόνια καί καρπούζια. Σιγᾶ, λοιπόν, καί καθυστερεῖ ὁ Θεός; Σιγᾶ καί καθυστερεῖ γιά νά πληρώση μέ τόν τόκο. Τί Τοῦ ζητοῦν ὁ Ζαχαρίας καί ἡ Ἐλισάβετ; Τέκνο; Ἀλλ᾽ Αὐτός ἀργεῖ γιά νά τούς προσφέρη ὄχι ἁπλῶς τέκνο, ἀλλά τό μέγιστο τῶν προφητῶν. Καί τί Τοῦ ζητᾶ ἡ καταδιωκόμενη Ἐκκλησία; Ἀπολύτρωσι ἀπό τούς φονιάδες της; Ἀλλ᾽ Αὐτός θά στείλη τήν ἀπάντησί Του μετά ἀπό τρεῖς αἰῶνες, γιά νά τήν ἀνεβάση καί στούς θρόνους τῶν Καισάρων. Ἄλλωστε, εἶναι ἀνάγκη νά μάθη αὐτός πού ζητᾶ τί θέλει καί ἀπό Ποιόν λαμβάνει καί πόσο ὀφείλει νά εὐγνωμονῆ καί ποῦ νά προσκολλᾶται σάν σέ βράχο ἀρραγῆ καί πῶς νά καλλιεργῆ τίς ἐλπίδες του στό Θεό καί μέ ποιό τρόπο νά τροχίζη τήν πίστι του ἀδάμαστη, τά ὁποῖα δέν θά ἀπολάμβανε, ἐάν ἀμέσως καί σάν ἀπό μηχανῆς ὁ οὐρανός συμβιβαζόταν σύμφωνα μέ τίς θελήσεις του. Αὐτά, λοιπόν, ἔχοντας ὑπόψιν, ἀγαπητέ, μή ἀποκάμης καί νά μήν ἀποθαρρύνεσαι στίς προσευχές σου. Κτύπα τόν χάλυβα καί μιά φορά καί δυό καί τρεῖς καί δέκα, μέχρι νά ἀναδοθοῦν ἀπ᾽ αὐτόν οἱ σπινθῆρες τοῦ θείου. Κτύπα τή θύρα ὄχι ὅπως οἱ ἀλῆτες, οἱ ὁποῖοι κτυποῦν τίς γειτονικές θύρες καί φεύγουν, διότι θέλουν ἁπλῶς νά παίξουν, ἀλλά κροῦε σπουδαῖα καί κροῦε καί πάλι κροῦε, μέχρι νά ἀνοίξη ὁ οἰκοδεσπότης καί λάβης τήν ἀπάντησι τήν κατάλληλη. Μήν περιορίζεσαι ἁπλῶς στό νά ἐγχειρίσης τήν ἐπιταγή σου στόν τραπεζίτη, ἀλλά περίμενε, ναί, περίμενε νά σοῦ τήν ἐξαργυρώση καί νά βάλης τό χρῆμα στίς τσέπες. Ἄς εἶναι οἱ δεήσεις σου ὄχι σάν βολές πού ρίχνονται ἄσκοπα στόν ἀέρα, ἀλλά παρόμοιες μέ τό φημισμένο τόξο τοῦ Ἰωνάθαν, τοῦ ὁποίου οὐδέποτε κανένα βέλος δέν ἐπέστρεψε πίσω κενό. Νά μιμῆσαι τέλος τήν καρτερική Χαναναία, ἡ ὁποία δέν ἔπαυσε τρέχοντας καί κράζοντας καί προσκυνώντας μπροστά καί πίσω τόν Κύριο πού ἔφευγε, μέχρι πού ἀπέσπασε ἀπό τό στόμα Του τήν παρήγορη ἀπάντησι: “Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις”».

«Ὅσο πιό ἀποκαρδιωμένοι αἰσθανόμασθε τόσο μεγαλύτερη παρίσταται καί ἡ ἀνάγκη γιά προσευχή καί αὐτό ἀσφαλῶς ἔνοιωσε μιά ἡμέρα, κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς του, ὁ Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης καθώς ἕνας διάβολος πού τόν παρακολουθοῦσε τοῦ ψιθύριζε: “ὑποκριτά, πῶς τολμᾶς νά προσεύχεσαι μέ τό ρυπαρό νοῦ σου γεμᾶτο ἀπό σκέψεις τίς ὁποῖες διαβάζω;”. Καί αὐτός ἀπάντησε: “ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ νοῦς μου εἶναι γεμᾶτος ἀπό σκέψεις τίς ὁποῖες ἀντιπαθῶ καί πολεμῶ, γι᾽ αὐτό προσεύχομαι στό Θεό».

Ὁ Στάρετς Ἀμβρόσιος ἔλεγε: «Προσεύχεσαι ἀνόρεκτα, μόνο καί μόνο, ἐπειδή σοῦ τό ἐπέβαλε ὁ Πνευματικός; Δέν πειράζει ἄν εἶναι καί ἀνόρεκτα. Ἡ ὑπακοή εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλες τίς νηστεῖες καί ὅλες τίς προσευχές».

[Γέρ. Παΐσιος:]—Νά … γιά παράδειγμα: Ἐγώ καμμιά φορά βαριέμαι νά ἑτοιμάσω φαγητό ἤ μοῦ εἶναι πικρό καί δέν θέλω νά τό φάω. Ναί, ἀλλά αὐτό μοῦ δημιουργεῖ μιά ἐξάντλησι! Σταμάτα, λέω· τί θά γίνη ἐδῶ; ποῦ πάει τό πρᾶγμα;… Σηκώνομαι καί τό τρώω. Πικρό-ξεπικρό φᾶτο τώρα, σάν φάρμακο. Τό κάνω αὐτό καί χαίρομαι. Πρέπει νά βιάζη κανείς τόν ἑαυτό του, ἀλλά νά τοῦ προξενῆ χαρά αὐτό… Ἀλλοιῶς θά κάνη ἐμετό! Ἐνῶ ἄν σκέπτεται ὅτι αὐτό εἶναι πικρό, ἀλλά εἶναι φάρμακο καί θά μέ γιατρέψη, θά μοῦ κάνη καλό στήν ὑγεία, βιάζεται νά τό κάνη ἀλλά νοιώθει καί χαρά. Ἔτσι εἶναι καί μέ τήν προσευχή… μέ τά πνευματικά. Πρέπει κανείς νά βιάζη τόν ἑαυτό του ἀλλά νά τό κάνη μέ χαρά! Νά τοῦ προξενῆ χαρά αὐτό».

• Σημειώνει καί ὁ Στάρετς Μακάριος: «Λές ἀκόμα ὅτι στό σπίτι προσεύχεσαι πολύ καλύτερα, βιώνοντας μιά ἀπερίγραπτη πνευματική ἡδονή, καί διαπιστώνοντας τόν προσπορισμό μεγάλης πνευματικῆς ὠφέλειας. Ἐνῶ, ἀντίθετα, στήν ἐκκλησία δέν ἔχεις τόσο καρποφόρα προσευχή.

Δέν καταλαβαίνεις ὅτι αὐτό εἶναι μιά μεγάλη πλάνη, τροφοδοτημένη μάλιστα, ἀπό τήν ἴδια ἐκείνη δηλητηριασμένη πηγή, πού μαραίνει τήν ἠρεμία καί τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς σου;

Νά εἶσαι σίγουρος πώς ὅταν προσεύχεσαι μόνος σου, μ᾽ ἕνα τρόπο πού σέ γεμίζει γλυκύτητα καί σοῦ φέρνει ἀπολαυστικά δάκρυα, ὁ Θεός δέν ἱκανοποιεῖται. Ἡ γλυκύτητα καί τά δάκρυα, πού δέν συνοδεύονται ἀπό ἕνα βίωμα βαθύτατης ταπεινοφροσύνης, δέν εἶναι παρά πειρασμικά. Ἔχοντας, λοιπόν, ὑποκύψει στό σπίτι σ᾽ αὐτό τόν πειρασμό, καί μή βρίσκοντάς τον στήν ἐκκλησία, συμπεραίνεις, ὅτι σοῦ εἶναι ἄχρηστος ὁ ἐκκλησιασμός. Μετά ἀπ᾽ αὐτό, γιατί ἀπορεῖς πού γίνεσαι ἕρμαιο μιᾶς θανάσιμης καταθλίψεως; Μήν ἀμφιβάλλης ὅτι αὐτή ἡ κατάθλιψι εἶναι ὁ καρπός τῶν προσευχῶν σου στό σπίτι: Ὁ πειρασμός πρῶτα σέ ἐκτοξεύει ψηλά, στήν κορυφή τοῦ κύματος, κι ἔπειτα σέ καταποντίζει στά βάθη τῆς ἀβύσσου. Κι ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνα πειθήνιο ὄργανό του, ἕνα παιχνιδάκι στά χέρια του. Γιατί; Ἐπειδή ἔχεις παγιδευθῆ στά δίκτυα τῆς κενοδοξίας.

Σοῦ συνιστῶ νά προσεύχεσαι μέ ἁπλότητα. Μήν προσδοκᾶς καί μήν ἐπιδιώκης νά δῆς μέσα σου κάποιους ἐντυπωσιακούς καρπούς ἤ “δῶρα” τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Θεώρησε τόν ἑαυτό σου ἀνάξιο γι᾽ αὐτά. Μόνο ἔτσι θά βρῆς τήν εἰρήνη.

Χρησιμοποίησε τήν ἄδεια, τήν παγερή, τή στεγνή προσευχή σου σάν τροφή γιά τήν ταπείνωσι. Ἐπαναλάμβανε σταθερά: “Εἶμαι ἀνάξιος! Κύριε, εἶμαι ἀνάξιος!”. Ἀλλά λέγε το ἤρεμα, χωρίς ταραχή. Αὐτή τήν ταπεινή προσευχή, ἀντίθετα μ᾽ ἐκείνη τήν ἀπολαυστική πού σ᾽ εὐχαριστεῖ, τήν ἀποδέχεται ὁ Θεός».

Γράφει ὁ π. Ἀλέξανδρος Ἐλτσιανίνωφ: «Μιά καί “γινώσκει ὁ Πατήρ”(τίς ἀνάγκες μας), γιατί νά Τοῦ ζητᾶμε, ὅπως πράττουμε στό “Πάτερ ἡμῶν” καί σ᾽ ἄλλες προσευχές; Τό νόημα, ὅμως, τῆς προσευχῆς εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐνέχει μέσα της τήν ἐνσυνείδητη στροφή μας πρός τό Θεό καί τήν ταπείνωσί μας, ὅπως καί τή συναίσθησι τοῦ δεσμοῦ μας καί τῆς ἐξαρτήσεώς μας ἀπό τό Θεό· πέρα ἀπ᾽ αὐτό, εἶναι σημαντικό τό γεγονός ὅτι ἐκφραζόμασθε κι ἐπικοινωνοῦμε μαζύ Του».

«Ὁ θεμελιωτής τῆς συγχρόνου φυσικῆς Μax Ρlanck ἀναφερόμενος στίς ὠφέλειες τῆς προσευχῆς γράφει τά ἑξῆς: “Μόνο ἡ ἐπικοινωνία μέ τό Θεό ἐξασφαλίζει τήν ἐσωτερική σταθερότητα καί τή διαρκῆ ψυχική γαλήνη, τήν ὁποία θεωροῦμε ὡς τό ὕψιστο ἀγαθό. Καί ὅταν λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὄχι μόνο παντοδύναμος ἀλλά καί ἀγαθός καί εὔσπλαγχνος, τότε ἡ πρός Αὐτόν καταφυγή ἐξασφαλίζει, σ᾽ αὐτό πού διψᾶ παρηγορία, ἐξαιρετικῶς μέγα αἴσθημα εὐτυχίας. Ὑπέρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δέν εἶναι δυνατόν νά προκύψη οὔτε ἡ ἐλάχιστη ἀντίρρησι ἐκ μέρους τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ὁπουδήποτε καί ὁσονδήποτε βαθύτερα ἄν προσηλώσουμε τά βλέμματά μας, πουθενά δέν βρίσκουμε καμμιά ἀντίφασι μεταξύ θρησκείας καί τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν, ἀντιθέτως μάλιστα, στά κρισιμότερα ἀκριβῶς σημεῖα βρίσκουμε πλήρη συμφωνία.

Ὁ ἀπό τούς μεγαλύτερους ἀστρονόμους τοῦ αἰῶνα μας [τοῦ 20οῦ] Εddington, ὁ ὁποῖος στό εὐρύ κοινό ἦταν γνωστός ὡς φιλόσοφος-Χριστιανός, σέ μιά διάλεξί του ἀνέφερε ὅτι “Ἡ ἐπιστήμη εὑρισκομένη ἐνώπιον συναθροίσεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διαπνέονται ἀπό ἀγάπη πρός τό Ὑπέρτατο Ὄν καί τόν πλησίον, καί οἱ ὁποῖοι ἐκδηλώνουν τά αἰσθήματα τάὁποῖα τούς διακατέχουν μέ ζωντανή προσευχή, ἡ ὁποία ἐξαγιάζει τό περιβάλλον καί παρασύρει καί τούς παρόντας, τυχόν ἀδιαφόρους, σέ ἀνάτασι πνευματική καί ἐπαφή μέ τό ὑπέρτατο Ὄν, ὀφείλει νά σταθῆ μέ εὐλάβεια καί νά μή θελήση νά ἐξηγήση μέ ἐπιστημονική ἐμπειρία τό συναρπαστικό αὐτό φαινόμενο”

Ὁ ἐπινοητής τῆς ἀσυρμάτου τηλεγραφίας Μarconi ὑπῆρξε πιστός Χριστιανός καί ὑπέρμαχος τῆς ἀξίας τῆς προσευχῆς. “Διακηρύττω”, ἔλεγε, “μέ ὑπερηφάνεια, ὅτι εἶμαι πιστός. Πιστεύω στή δύναμι τῆς προσευχῆς. Πιστεύω σ᾽ αὐτό ὄχι μόνο ὡς πιστός Χριστιανός, ἀλλά συγχρόνως ὡς ἐπιστήμων”. Ὅταν δέ αὐτός ἐπιχείρησε καί πέτυχε τήν πρώτη ἀσύρματη σύνδεσι, οἱ πρῶτες φράσεις τίς ὁποῖες ἐξέπεμψε ἦταν: “Γενηθήτω τό θέλημά Σου· ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ”. Δηλαδή δυό φράσεις ἀπό τήν προσευχή τήν ὁποία παρέδωσε στούς μαθητές Του ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτής τοῦ Χριστιανισμοῦ».

«Ἡ προσευχή εἶναι ἀνέβασμα τοῦ μυαλοῦ. Τά λόγια τά ὁποῖα λέμε, δέν τά λέμε γιά νά τά ἀκούση ὁ Θεός, ἀλλά γιά νά τά ἀκούσουμε ἐμεῖς. Γιά νά πληροφορηθοῦμε ἐμεῖς, γιά νά πειθαρχήσουμε τή σκέψι μας. Ἀλλά ὅταν οἱ σκέψεις εἶναι πειθαρχημένες καί ἀνεβαίνουν, τότε ἀνεβαίνει ὅλο τό εἶναι μας».

«Ὑπάρχουν προσευχές πού ἀποτελοῦν φλυαρία, πού καταρρίπτουν καί τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια ἀκόμη. Μήπως δέν ὑπάρχουν κίβδηλα νομίσματα; Τρόφιμα νοθευμένα; Καί φάρμακα νοθευμένα; Ἔτσι ὑπάρχει καί νοθευμένη προσευχή. Ἀλλά ἡ γνήσια, ἡ ἀληθινή προσευχή εἶναι μία ἐπαφή τήν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος μέ τό αἰώνιο… Μήν παραμελῆς τήν προσευχή κι ὅταν ἀκόμη σοῦ ἔρχονται τέτοιες ἀμφιβολίες [γιά τήν ὠφελιμότητα τῆς προσευχῆς]. Καί μή φοβηθῆς μήπως δέν εἶναι εὐπρόσδεκτη ἔναντι τοῦ Οὐρανοῦ ἡ προσευχή πού γίνεται μέ ἀμφιβολία. Βέβαια, νά μή γίνεται μέ ὑποκρισία, μέ ἀδικία, μέ ἀνοσιότητα. Ἀλλά ὅταν γίνεται μέ ἀμφιβολία ἁγνή, τότε ὁ Πατέρας σου… γι’ αὐτό εἶναι Πατέρας, γιά νά καταλαβαίνη τήν ἀμφιβολία αὐτή».

Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus), ηγούμενος της Μονής Fulda Γερμανίας, ερημίτης στη Ρωσία & Επίσκοπος Mainz Γερμανίας, Συγγραφέας Συναξαριστή Αγίων (+856) – 4 Φεβρουαρίου

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

& ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

8a3815c961db43a92d31f568329a599c.jpg

Γερμανία

4513.jpg

Bl.-Rabanus-Maurus.jpg

Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus)

ηγούμενος της Μονής Fulda Γερμανίας, ερημίτης στη Ρωσία

& Επίσκοπος Mainz Γερμανίας,

Συγγραφέας Συναξαριστή Αγίων (+856)

4 Φεβρουαρίου

Ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος της Γερμανίας και έζησε τον 9ο αιώνα. Γεννήθηκε το 784 στο Mainz της Γερμανίας και σε νεαρή ηλικία έγινε Μοναχός στη Μονή της Fulda της Γερμανίας.

Ως μοναχός της Μονής Fulda της Γερμανίας εργάστηκε στη βιβλιοθήκη της Μονής.

Αναζητώντας μια λεπτομερή κατανόηση της Αγίας Γραφής, σπούδασε ελληνικά, εβραϊκά, συριακά, και τα Γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν επέτρεψε στις πολλές ώρες των σπουδών του να τον κρατήσουν μακρυά από τα καθημερινά πνευματικά του καθήκοντα.

Το 801 χειροτονήθηκε Διάκονος και στη συνέχεια σπούδασε στην Tours της Γαλλίας κοντά στον φημισμένο και ενάρετο λόγιο Αλκουΐνο και πήρε το όνομα Μαύρος (Maurus) στη μνήμη του αγαπημένου μαθητή του Αγίου Βενέδικτου.

Έπειτα επέστρεψε στην Fulda σε ένα από τα μεγάλα κέντρα του Χριστιανικού κόσμου της εκπαίδευσης και το 814 χειροτονήθηκε ιερέας. Το 822 εξελέγη ηγούμενος της Μονής της Fulda όπου υπηρέτησε μέχρι το 842.

Ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) έδειξε μεγάλη αφοσίωση στους Αγίους και είναι ο συγγραφέας και συντάκτης ενός Συναξαριστή Αγιών.

Υπήρξε μεγάλος Απολογητής κατά των αιρέσεων και η αποστροφή του πρός τις αιρέσεις ήταν τόσο μεγάλη που έλεγε ότι οι υποστηρικτές των αιρέσεων μοιάζουν με τον Αντίχριστο.

Ύστερα ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) πήγε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας για να ζήσει ζωή απομόνωσης και προσευχής μέχρι το 847 όπου και τον χειροτόνησαν Επίσκοπο του Mainz της Γερμανίας.

Ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) ως Επίσκοπος στο Mainz της Γερμανίας ήταν γνωστός και αγαπημένος για την έντονη φιλανθρωπία του. Υπερασπίστηκε τα δικαιώματα της Εκκλησίας και διευκρίνισε μέσω των Ιερών Συνόδων τα δόγματα της Εκκλησίας.

Επίσης, ως Επίσκοπος αφιερώθηκε στο κήρυγμα του Λόγου του Θεού και ζητούσε την μετάνοια και επιστροφή των αμαρτωλών στο Θεό.

Η γενναιοδωρία του προς τους φτωχούς ήταν μεγάλη και το 850 που εκδηλώθηκε ένας μεγάλος λιμός τροφοδοτούσε καθημερινά τριακόσους άπορους από το δικό του τραπέζι.

Αντίθετα, με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και ποτέ δεν έτρωγε κρέας, ούτε έπινε κρασί.

Θεωρείται ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους και μεγαλύτερους επιστήμονες της εποχής του και είναι ο συγγραφέας πολλών Λειτουργικών βιβλίων της Εκκλησίας.

Κοιμήθηκε οσιακά το 856.

Πηγή: Wikipedia

&

http://gkiouzelis.blogspot.com

62091a86d03a2a2e20ea8b38daeb61bf.jpg

Χαιρετισμοί στόν Ἅγ. Ραβάνο
Ἐπίσκοπο Mainz Γερμανίας (4/2, +856)
καί στόν Ἅγ. Ἰωάννη Μαξίμοβιτς,
Ἐπίσκοπο San Francisco τῆς California τῶν ΗΠΑ
& Ἰσαπόστολο Ἀ. Ἀσίας, Δ. Εὐρώπης,
Β. Ἀφρικῆς & Ἀμερικῆς (19/6 & 2/7, +1966),
συντάκτες Συναξαριστῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἁγίων τῆς Δύσεως

Χαῖρε, ἀγαπητέ Ραβάνε
Ἐπίσκοπε Mainz τῆς Γερμανίας·

Χαῖρε, ἀγαπητέ Ἰωάννη Μαξίμοβιτς
Ἐπίσκοπε San Fransisco τῆς California·

Χαῖρε, Ραβάνε, ἀντανάκλασι τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ·
Χαῖρε, ξημέρωμα τῆς αγάπης τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας·

Χαῖρε, Μαξίμοβιτς Ἀπόστολε Βορρᾶ καί Νότου·
Χαῖρε, Ἀπόστολε Ἀνατολῆς καί Δύσις·

Χαῖρετε, ὅτι ἡ ἀγάπη σας σχημάτισε
τό Σταυρό στήν καρδιά μας·

Χαῖρετε, συντάκτες Συναξαριστῶν
τῶν Ὀρθοδόξων Ἁγίων τῆς Δύσις.

Χαίρετε, Ἅγιοι Ραβάνε καί Ἰωάννη Μαξίμοβιτς!

http://rejoicecelticsaints.wordpress.com

Χαιρετισμοί Κελτών Αγίων & Πάντων των Αγίων

Rejoice Celtic Saints

112190513.jpg

Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus)

Gregory-IV_Raban-Maur.jpg

Άγιος Βασίλειος Χολμογκόροφ (St Basil / Vasily Kholmogorov) ιερομάρτυς στη Ρωσία (+1938)

http://russianofmyheart.wordpress.com

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

RUSSIA OF MY HEART

landscapes-forest-russia-roads-trail-1920x1080-wallpaper_www.wallpaperhi.com_75.jpg

46125.jpg

012609.jpg

 

Άγιος Βασίλειος Χολμογκόροφ (St Vasily Kholmogorov)

ιερομάρτυς στη Ρωσία (+1938)

3 & 16 Ιανουαρίου

Πηγή:

http://azbyka.ru/days/2017-01-16

Ο Άγιος ιερομάρτυς Βασίλειος Χολμογκόροφ (St Vasily Kholmogorov) ήταν ένας ευσεβής ιερέας στην επαρχία της Μόσχας στην Ρωσία. Στις 26 Νοεμβρίου του 1937 συνελήφθηκε για την Χριστιανική του Πίστη από την άθεη σοβιετική εξουσία και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης και σε καταναγκαστηκά έργα. Φυλακίστηκε στη Μόσχα και κοιμήθηκε μαρτυρικά στα καταναγκαστηκά έργα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Novosibirsk της Ρωσίας στις 16 Ιανουαρίου του 1938.

Στις 24 Δεκεμβρίου 2010 ανακηρύχθηκε επίσημα ως Άγιος από το Πατριαρχείο της Μόσχας.

Άγιος Νικόλαος Αμπντούλ Ογκλί ο Τούρκος ομολογητής, όσιος στη Μονή Όπτινα Ρωσίας, από Bitlis Τουρκίας (+1893)

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ-ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ & ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

59292.jpg

Μονή Όπτινα, Ρωσία

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥ.png

Άγιος Νικόλαος Αμπντούλ Ογκλί ο Τούρκος ομολογητής,

όσιος στη Μονή Όπτινα Ρωσίας, από Bitlis Τουρκίας (+1893)

1 Ιανουαρίου & 18 Αυγούστου

http://russiaofmyheart.wordpress.com

RUSSIA OF MY HEART

«Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν»

… Μετά την κούρα μου ή υγεία μου χειροτέρεψε και οι πειρασμοί μεγάλωσαν. Ειδικά για τρεις μέρες δέχτηκα σφοδρούς πειρασμούς, για τους οποίους δεν γνώρισα πολλά πράγματα.
Γνώριζα από τα πατερικά κείμενα και από τον πνευματικό μου π. Άνατόλιο ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί και σκέψεις προέρχονται από τους δαίμονες και πολλοί, χωρίς να ξέρουν, νομίζουν ότι είναι δικές τους σκέψεις. Τώρα όμως κατάλαβα από την πείρα μου ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί, όπως της πορνείας, φθόνου, κακίας, βλασφημίας κ.λπ. έρχονται πράγ­ματι στο νου μας από τους δαίμονες και ο νους μας λες και αρχίζει να κάνει διάλογο μαζί τους.

Έτσι οι δαίμονες πολλές φορές γέμιζαν το κελί μου, μου έδειχναν βρώμικες οπτασίες ουρλιάζοντας, βλασφημώντας την Εκκλησία, την Παναγία, τον Χριστό. Άκουγα τις φωνές τους πολύ καθαρά, όπως ακούμε τις φωνές των απλών ανθρώπων, και τους έβλεπα με πραγματικά σώματα. Ό κύριος σκοπός τους ήταν να με αποσπάσουν με κάθε τρόπο από την προ­σευχή μου. Φρίκη και τρόμος γέμιζε τότε την ψυχή μου, επει­δή δεχόμουν τις πιο δυνατές επιδέσεις και πειρασμούς από τους δαίμονες, όταν άρχιζα να προσεύχομαι. οι πειρασμοί και οι δαιμονικές επιδέσεις συνεχίστηκαν όχι μόνον τη νύχτα αλ­λά και την ημέρα.

«Εγώ οράσεις επλήθυνα»

Την Πέμπτη, 13 Μαΐου, γύρω στις τρεις τη νύχτα, άρχισα να διαβάζω τους χαιρετισμούς του αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Ό Κύριος μου έστειλε τέτοια ευλογία, πού είχα πολλά δάκρυα. Όλο το βιβλίο έγινε μούσκεμα από τα δά­κρυα μου. Όταν τελείωσα τον όρθρο, άρχισα να διαβάζω τον 50ό ψαλμό «Ελέησον με ο Θεός…» και μετά το σύμβολο της Πίστεως, Το διάβασα όλο και το τελείωσα με τις λέξεις «προσ­δοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Εκείνη τη στιγμή κάποιο αόρατο χέρι πήρε τα δικά μου χέ­ρια, τα σταύρωσε και το κεφάλι μου περικυκλώθηκε από φωτιά, πού έμοιαζε με το κίτρινο χρώμα του ουράνιου τόξου. Αυ­τή ή φωτιά δεν με έκαιγε, αλλά γέμιζε όλο το σώμα μου με ανείπωτη χαρά, τέτοια χαρά, πού δεν είχα νιώσει ποτέ. Αύτη τη χαρά δεν μπορούμε να τη συγκρίνουμε με καμιά χαρά του κόσμου τούτου. Δεν θυμάμαι μάλιστα πότε και πώς είδα τον εαυτό μου να μεταφέρεται σε κάποια άλλη, Θαυμάσια και πα­νέμορφη περιοχή, σ’ ένα τοπίο γεμάτο φως. Δεν έβλεπα σ’ αύ­τη την περιοχή τίποτα άπ’ όσα έχω δει στη γη. Έβλεπα μόνο μία χωρίς όρια Θάλασσα φωτός.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν δίπλα μου, από την αρι­στερή πλευρά, δυο άνθρωποι. Ό ένας ήταν νέο παλικάρι, ο άλ­λος ήταν γέροντας. Πήρα τότε την πληροφορία ότι ο ένας ή­ταν ο άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος και ο άλλος ή­ταν ο μαθητής του ο άγιος Έπιφάνιος. και οι δυο ήταν αμί­λητοι. Αμέσως είδα μπροστά μου ένα παραπέτασμα χρώμα­τος μπορντό. Κοίταξα ψηλότερα πάνω από το παραπέτασμα και είδα τον Κύριο Ιησού Χριστό. Καθόταν σε θρόνο και ή­ταν ντυμένος με πολύτιμα άμφια, πού έμοιαζαν του αρχιερέως, και στο κεφάλι φορούσε μίτρα. Δεξιά του Κυρίου στεκό­ταν ή Παναγία και αριστερά ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, φορώντας ρούχα πού έμοιαζαν με αυτά των εικόνων, Ό άγιος Ιωάννης κρατούσε στο ένα χέρι του το Σταυρό του Κυρίου. Αριστερά και δεξιά του Κυρίου είδα δυο πανέμορφους νέους, πού έλαμπαν από χαρά και κρατούσαν ρομφαίες όλο φως. Ε­κείνη τη στιγμή ή καρδιά μου γέμισε από ανείπωτη χαρά. Κοι­τούσα τον Σωτήρα και ένιωθα αγαλλίαση, μόνο και μόνο πού μπορούσα να βλέπω το πρόσωπο Του. Ό Κύριος φαινόταν στην ηλικία των τριάντα περίπου χρόνων. Έτσι συνειδητοποί­ησα ότι εγώ, ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, ο χειρότερος και από σκύλο, αξιώθηκα από τον Κύριο μια τέτοια φιλανθρωπία, να βρίσκομαι μπροστά στο θρόνο της δόξας Του. Ό Κύριος με κοίταζε με τρυφερότητα, λες και ήθελε να μου δώσει δύναμη. Με το ίδιο βλέμμα με κοιτούσε ή Παναγία και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Άλλα ούτε από τον Κύριο, ούτε από την Παναγία, ούτε από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή αξιώθηκα να ακούσω έστω και μία λέξη.
Ακόμα, είδα μπροστά στον Κύριο Ιησού τον ιερομόναχο της σκήτης μας, τον π. Νικόλαο Λοπάτιν, ο όποιος είχε πε­θάνει από το μεσημέρι της 10ης Μαΐου και δεν τον είχαμε α­κόμη ενταφιάσει, επειδή περιμέναμε να ρθεί ο αδελφός του από τη Μόσχα. Ό π. Νικόλαος έκανε μετάνοιες μπροστά στον Κύριο, μα δεν φορούσε τα μοναχικά ρούχα, αλλά τα ρούχα του δοκίμου. Στα χέρια του κρατούσε το κομποσχοίνι και ή κεφα­λή του ήταν ακάλυπτη. Αν του είπε κάτι ο Κύριος, ή Πανα­γία, ο άγιος Ιωάννης και οι δυο νέοι, δεν πρόσεξα.
Έπειτα κοίταξα δεξιά και είδα πάρα πολλούς ανθρώπους να πλησιάζουν κοντά μου. Καθώς πλησίαζαν, άρχισα ν’ ακούω όμορφες, γλυκιές ψαλμωδίες, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρί­σω τις λέξεις και τι ακριβώς έψελναν. Όταν πλησίασαν κοντά μου, μπορούσα να τους δω καλύτερα. Είδα τότε ότι μερικοί φο­ρούσαν άμφια αρχιερέων, ιερέων, μερικοί ήταν μοναχοί, ενώ άλ­λοι κρατούσαν κλαδιά. Είδα και αρκετές γυναίκες με πλού­σια και όμορφα ρούχα. Στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων αναγνώρισα πολλούς αγίους πού ήξερα από τις εικόνες: τον προφήτη Μωυσή, πού κρατούσε στο δεξί χέρι τις εντολές, τον προφήτη Δαβίδ, πού κρατούσε ένα μουσικό όργανο όμοιο με σαντούρι και έπαιξε ωραιότατες μελωδίες. Είδα και το δικό μου άγιο, τον άγιο Νικόλαο.

Μέσα σ’ όλους αυτούς αναγνώρισα και μερικούς στάρετς της Οπτινα, πού είχαν ήδη κοιμηθεί, όπως τον Λεωνίδα, τον Μακάριο, τον Αμβρόσιο και μερικούς γέροντες της μονής πού ακόμη ήταν εν ζωή. Όλοι αυτοί οι άγιοι άνθρωποι του Θεού με κοιτούσαν. και τότε φάνηκε μπροστά μου, ανάμεσα σε μένα και το παραπέτασμα, μια μεγάλη, σκοτεινή και βαθιά άβυσσος, σαν χαράδρα, αλλά το σκοτάδι αυτής της χαράδρας δεν με εμπόδιζε να διακρίνω στο βάθος το βασιλιά του σκότους, έτσι όπως τον ζωγραφίζουν στις εικόνες. Στα χέρια του καθόταν ο Ιούδας, πού κρατούσε ένα σακούλι. Δίπλα του εί­χε τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ, πού φορούσε ένα ράσο πρά­σινου χρώματος και πάνω στο κεφάλι του ένα πράσινο τουρμπάνι. Γύρω από το σατανά, ο όποιος ήταν στο κέντρο της α­βύσσου, είδα πάρα πολλούς ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, άνδρες και γυναίκες, αλλά δεν αναγνώρισα κανέναν από τους γνωστούς. και μέσα από την άβυσσο ανέβαιναν σε μένα φω­νές απελπισίας και φρίκης, φωνές πού δεν μπορείς να περι­γράψεις με λόγια…

«Των αθεάτων τα κάλλη»

Αυτό το φρικτό δράμα τελείωσε. Ξαφνικά βρέθηκα σ’ έναν άλλο τόπο, πού ήταν γεμάτος φως και έμοιαζε με τον τόπο πού είδα την πρώτη φορά. Τους αγίους Ανδρέα και Επιφάνιο δεν τους είχα πια δίπλα μου. Είναι δύσκολο να περιγράψω τι ομορφιά υπήρχε σ’ αύτή την τοποθεσία. Μια ομορφιά πού δεν περιγράφεται και δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Εάν ε­μείς κάποιες φορές συναντούμε μεγάλη δυσκολία για να περιγράψουμε την ομορφιά της γης και δεν βρίσκουμε λόγια, παίρ­νουμε τότε χρώματα και ήχους και προσπαθούμε να την περιγράψουμε με αυτά τα μέσα. Πώς λοιπόν εγώ ο φτωχός μπο­ρώ να περιγράψω τις ομορφιές του παραδείσου; Είναι εξαιρε­τικά φτωχή ή γλώσσα του ανθρώπου, για να περιγράψει τη θαυ­μάσια αύτη εικόνα.

Είδα εκεί μεγάλα, πανέμορφα δέντρα, γεμάτα καρπούς. Ή­ταν το ένα πλάι στο άλλο σαν δεντροφυτεμένος δρόμος. Δεν μπορούσα να διακρίνω πού τελειώνει αυτός ο δρόμος. Από πάνω τα δέντρα αυτά ένωναν τα κλαδιά τους και δημι­ουργούσαν έναν καταπράσινο θόλο. Ό δρόμος ήταν στρωμέ­νος με κάτι πού έμοιαζε με καθαρό χρυσάφι. Ή γη έλαμπε.
Στα δέντρα ήταν πολλά πουλιά, πού έμοιαζαν λίγο με τα που­λιά των τροπικών χωρών, αλλά ήταν πολύ πιο όμορφα. Το κε­λάηδημα αυτών των πουλιών ήταν πολύ αρμονικό και καμιά μουσική της γης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα αυ­τών των ήχων. Κελαηδούσαν χωρίς λόγια.

Σ’ αυτό το μεγάλο κήπο υπήρχε κι ένας ποταμός. Το νερό ήταν πεντακάθαρο. Στο βάθος, ανάμεσα στα δέντρα, πρόσε­ξα όμορφες μονές. Έμοιαζαν με παλάτια. Θύμιζαν λίγο τα πα­λάτια πού είχα δει στην Κωνσταντινούπολη, μόνο πού αυτές οι μονές ήταν απερίγραπτης ομορφιάς. Το χρώμα των τοίχων ήταν μοβ κι έμοιαζαν με το ρουμπίνι. Ό παράδεισος μου θύμιζε κάπως τη σκήτη μας στην Οπτινα, οπού τα κελιά των μο­ναχών βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και ανάμεσα τους υπάρχουν οπωροφόρα δέντρα. Ποιος έφτιαξε τη σκήτη μας με αυτό το σχέδιο, δεν ξέρω.

Ό παράδεισος ήταν περιτριγυρισμένος από έναν τοίχο. Ε­γώ είδα μόνον τη νότια πλευρά. Στον τοίχο διάβασα τα ονό­ματα των 12 αποστόλων. Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένα. Είδα επίσης κι έναν άνθρωπο πού ήταν ντυμένος με λαμπρά ρούχα και καθόταν σ’ ένα θρόνο λευκού χρώμα­τος. Ήταν περίπου 60 χρονών, αλλά το πρόσωπο του, παρό­λο πού ήταν άσπρα τα μαλλιά του, ήταν σαν πρόσωπο ενός παλικαριού. Γύρω του ήταν πάρα πολλοί φτωχοί, στους ο­ποίους μοίραζε κάτι. Τότε μία φωνή μου είπε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Έκτος άπ’ αυτόν, δεν αξιώθηκα να δω κανέναν άλλον από τους αγίους κατοίκους του παραδείσου.

Στη μέση του παραδείσου είδα τον ζωοποιό Σταυρό με τον εσταυρωμένο Κύριο. Ένα αόρατο χέρι μου έδειξε να προ­σκυνήσω το Σταυρό. Πράγματι γονάτισα μπροστά στο Σταυ­ρό και, καθώς προσκυνούσα, γέμισε ή καρδιά μου από ουρά­νια γλυκύτητα. Σαν μια θερμή φλόγα να γέμισε όλο το σώμα μου .

Ύστερα άπ’ αυτό είδα μια μεγάλη μονή, πού έμοιαζε με τις άλλες μονές του παραδείσου, μόνο πού ήταν πολύ πιο ό­μορφη σε σύγκριση με τις άλλες. Ή στέγη έμοιαζε με το σόλο της εκκλησίας και ήταν τόσο ψηλή, πού χανόταν στον ουρανό. Σ’ αυτή τη μονή, σ’ έναν εξώστη είδα θρόνο περίλαμπρο, οπού καθόταν ή Βασίλισσα των Ουρανών. Γύρω της υπήρχαν πολύ όμορφοι νέοι με λαμπρά, κατάλευκα ρούχα και κρατού­σαν στα χέρια τους αντικείμενα πού έμοιαζαν με σκήπτρα, αλλά δεν ξεχώριζα τι ήταν ακριβώς. Ή Βασίλισσα των Ουρα­νών ήταν ντυμένη με τα ίδια ρούχα πού συνήθως ζωγραφίζε­ται στις εικόνες, μόνον πού ήταν πολύχρωμα. Στο κεφάλι της φορούσε στέμμα βασιλικό. Ή Βασίλισσα των Ουρανών με κοί­ταζε και κάτι μου έλεγε με τρυφερότητα, αλλά δεν αξιώθη­κα ν’ ακούσω τα λόγια της.
Έπειτα κι άπ’ αύτη την οπτασία αξιώθηκα να δω την Α­γία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι όπως απεικονίζονται στις αγίες εικόνες, δηλαδή τον Πατέρα σαν σεβάσμιο γέροντα, τον Υιό σαν νεότερο άνδρα πού κρατού­σε στο δεξί χέρι τον ζωοποιό Σταυρό και το Αγιον Πνεύμα πού έμοιαζε με περιστέρι. Την οπτασία της Αγίας Τριάδος την είδα στον αέρα. Μου φάνηκε πώς περπατούσα πολύ χρόνο μέσα στον παράδεισο απολαμβάνοντας ομορφιές του παρα­δείσου, πού δεν χωράνε στο μυαλό του ανθρώπου.

Όταν τελείωσε αυτό το όραμα και ξαναβρέθηκα μόνος στο κελί μου, ευχαρίστησα τον Θεό για αυτή τη μεγάλη παρη­γοριά και χαρά πού αξιώθηκα να δω, εγώ ο μεγάλος αμαρτωλός. Όλη την υπόλοιπη ημέρα ήμουν εκτός εαυτού, από τη μεγάλη χαρά πού γέμιζε την καρδιά μου. Τίποτα δεν μπο­ρούσε να συγκριθεί μ’ αυτή τη χαρά πού ένιωθα και πού δεν ξανάζησα στη ζωή μου.

Πηγή: Στάρετς Βαρσανούφιος, Μοναχός Νικόλαος της Όπτινα, Κατα Κόσμον Γιουσούφ Ἀμπντούλ Ὀγκλί (1820-1893), ἐκδ. Ἀκρίτα, Ἀθήνα 2005

Η καρδιά & ο Θεός – Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος Επίσκοπος Ταμπώφ Ρωσίας (+1894)

http://russiaofmyheart.wordpress.com

RUSSIA OF MY HEART

3c15aug chris moore.jpg

Feofan.jpg

Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Επίσκοπος Tambov & Vladimir Ρωσίας (+1894)

10 Ιανουαρίου

OsiosTheophanis02.jpg

http://synaxarion-hagiology.blogspot.com

SYNAXARION-HAGIOLOGY

Ο Θεός βρίσκεται παντού. Και σαν βρει καρδιά που δεν Του εναντιώνεται, καρδιά ταπεινή, μπαίνει μέσα της και τη γεμίζει χαρά. Τόση είναι η χαρά της καρδιάς που έχει μέσα της το Θεό, ώστε κολλάει πάνω Του και δεν θέλει ποτέ να Τον αποχωριστεί. Σε καρδιά φουσκωμένη από εγωισμό δεν πλησιάζει ο Κύριος. Κι έτσι αυτή καταθλίβεται, μαραζώνει και σιγολιώνει, βυθισμένη στην άγνοια, τη λύπη και το σκοτάδι. Όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε, μόλις στραφούμε με μετάνοια και πόθο προς τον Κύριο, η θύρα της καρδιάς μας ανοίγει σ’ Εκείνον. Η εσωτερική ακαθαρσία ξεχύνεται έξω, για να παραχωρήσει τη θέση της στην καθαρότητα, την αρετή, τον ίδιο το Σωτήρα, τον μεγάλο Επισκέπτη της ψυχής, τον κομιστή της χαράς, του φωτός, του ελέους. Θείο δώρο είναι αυτή η ευλογημένη κατάσταση, όχι δικό μας κατόρθωμα. Και αφού είναι δώρο, πρέπει να ευχαριστούμε το δωρητή με ταπείνωση. Ταπείνωση! Η βάση κάθε αρετής και η προϋπόθεση της πνευματικής καρποφορίας! Έχετε ταπείνωση; Έχετε το Θεό. Τα έχετε όλα! Δεν έχετε ταπείνωση; Τα χάνετε όλα! Να συντηρείτε, λοιπόν, στην καρδιά σας το αίσθημα της ταπεινοφροσύνη ς. Η φυσική και ομαλή σχέση μας με το Θεό προϋποθέτει καρδιά έμπονη, συντριμμένη και ολοκληρωτικά αφοσιωμένη σ’ Αυτόν, καρδιά που μυστικά αναφωνεί κάθε στιγμή: “Κύριε, εσύ τα γνωρίζεις όλα· σώσε με!”. Αν παραδοθούμε στα χέρια Του, η σοφή και άγια βουλή Του θα κάνει μ’ εμάς και σ’ εμάς ό,τι είναι πρόσφορο για τη σωτηρία μας… Το έργο της αδιάλειπτης προσευχής δεν είναι μόνο για τους ησυχαστές, αλλά για όλους τους χριστιανούς, στους οποίους ο Κύριος, μέσω του αγίου αποστόλου, παραγγέλλει: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Υπάρχουν διάφορες βαθμίδες προσευχής μέχρι την αδιάλειπτη. Όλες είναι έργο του Θεού, που παρακολουθεί τις καρδιές των ανθρώπων εξίσου, ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους ως μοναχών ή κοσμικών. Και όταν μια καρδιά, όποια κι αν είναι, στρέφεται σ’ Αυτόν, την πλησιάζει με αγάπη και ενώνεται μαζί της.

Πώς διατηρείται στην καρδιά ο φόβος του Θεού. Ο φόβος του Θεού είναι γέννημα της πίστεως και προϋπόθεση της πνευματικής προκοπής. Όταν εγκατασταθεί στην καρδιά, σαν τον καλό νοικοκύρη τα ταχτοποιεί όλα. Έχουμε φόβο Θεού; Αν ναι, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο, που μας τον έδωσε, και ας τον φυλάξουμε σαν πολύτιμο θησαυρό. Αν, όμως, δεν τον έχουμε, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τον αποκτήσουμε, γνωρίζοντας ότι για την έλλειψή του ευθύνονται η απροσεξία και η αμέλειά μας. Από το φόβο του Θεού γεννιέται η μετάνοια, η συντριβή, το πένθος για τις αμαρτίες. Μακάρι το αίσθημα αυτό, ο πρόδρομος της σωτηρίας, να μην απομακρύνεται ποτέ από την καρδιά! Για να διατηρηθεί μέσα μας ο φόβος του Θεού, πρέπει να κρατάμε αδιάλειπτη τη μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως, ενωμένη με τη συναίσθηση της παρουσίας του Κυρίου: Ο Θεός είναι πάντα κοντά μας και μέσα μας, βλέποντας, ακούοντας και γνωρίζοντας τα πάντα, ακόμα και τους πιο κρυφούς λογισμούς μας. Όταν αυτή η τριάδα -φόβος Θεού, μνήμη θανάτου, συναίσθηση θείας παρουσίας- εγκατασταθεί μέσα μας, τότε η προσευχή ξεχύνεται από την καρδιά αυθόρμητα· τότε η ελπίδα της σωτηρίας γίνεται στερεή. Το φόβο του Θεού τίποτα δεν τον διατηρεί τόσο, όσο η μνήμη της φοβερής Κρίσεως. Η μνήμη, όμως, αυτή δεν πρέπει να μας δημιουργεί αθυμία, αλλά να μας εμπνέει αγωνιστικότητα και μετάνοια. Ας προσπαθούμε να μένουμε αμόλυντοι από το ρύπο της αμαρτίας. Κι αν κάποτε-κάποτε αμαρτάνουμε, ας καθαριζόμαστε με την Εξομολόγηση. Έτσι, ελπίζοντας πάντα στο έλεος του Θεού, δεν θα λιποψυχούμε. Ο Κριτής μας, άλλωστε, είναι σπλαχνικός και φιλάνθρωπος. Δεν ψάχνει να βρει κάτι για να μας καταδικάσει. Απεναντίας, ψάχνει κάτι, το παραμικρό, για να μας δικαιώσει. Θεός και συνείδηση. Αν εγκάρδια αποφασίσετε να υπακούετε πάντοτε στον Κύριο και μ’ ολόκληρη την πολιτεία σας να ευαρεστείτε Εκείνον μόνο, κι αν ύστερα, σε κάθε αδιέξοδο και κάθε ανάγκη σας, στρέφεστε με πίστη και αφοσίωση πάλι σ’ Εκείνον μόνο, τότε να είστε βέβαιος ότι όλα στη ζωή σας, τόσο την πνευματική όσο και την εγκόσμια, θα εξελίσσονται με επιτυχία. Είναι μεγάλο πράγμα να συνειδητοποιήσει κανείς ότι χωρίς το Θεό τίποτα δεν μπορεί να κάνει και, αφού το συνειδητοποιήσει, να καταφεύγει με εμπιστοσύνη στη βοήθειά Του.

Εκείνον μόνο, κι αν υστέρα, σε κάθε αδιέξοδο και κάθε ανάγκη σας, στρέφεστε με πίστη και αφοσίωση πάλι σ’ Εκείνον μόνο, τότε να είστε βέβαιος ότι όλα στη ζωή σας, τόσο την πνευματική όσο και την εγκόσμια, θα εξελίσσονται με επιτυχία. Είναι μεγάλο πράγμα να συνειδητοποιήσει κανείς ότι χωρίς το Θεό τίποτα δεν μπορεί να κάνει και, αφού το συνειδητοποιήσει, να καταφεύγει με εμπιστοσύνη στη βοήθειά Του. Η συνείδηση πρέπει να κατευθύνει σωστά τη ψυχή και να την πληροφορεί αλάθητα για το αγαθό σε κάθε περίσταση. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να το κάνει, αν δεν είναι καθαρή και φωτισμένη. Ας την καθαρίσουμε, λοιπόν, με την άσκηση και την τήρηση των εντολών του Κυρίου, που απαλλάσσουν την καρδιά από τα πάθη, και ας τη φωτίσουμε με το θείο φως, μελετώντας το Ευαγγέλιο. Από κει θα αντλήσουμε τους σοφούς κανόνες, με τους οποίους θα χειραγωγήσουμε τη συνείδησή μας στο άγιο θέλημα του Θεού.

Πηγή:

Αγ. Θεοφάνους του Εγκλείστου

Ο δρόμος της ζωής

εκδ. Ι.Μονή Παρακλήτου Αττικής

ib683.jpg

Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

url.jpg

 

Άγιος Θεόδωρος Ουσάκωφ ο Ρώσος Ναύαρχος & απελευθερωτής των Επτανήσων από τους Γάλλους κατακτητές – Ένας Ναύαρχος που έγινε Μοναχός & αγίασε (+1817)

http://russiaofmyheart.wordpress.com

RUSSIA OF MY HEART

img002.jpg

1-1.jpg

0_bba82_3da5f1d8_L.jpg

Ὁ Άγιος Θεόδωρος Οὐσακώφ ο Ναύαρχος επαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴν ιστορία της σύγχρονης Κέρκυρας, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ἀφοῦ εἶναι ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τοὺς Γάλλους κατακτητὲς καὶ θεμελιωτὴς τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ κράτους- τῆς Ἑπτανήσου Πολιτείας (1800-1807) – 347 χρόνια μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ 1453 τῆς Πόλης.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Όσιος Θεόδωρος Ουσακώφ μόνασε στην Ι. Μονή Σαναξάρ της Ρωσίας, μοιράζοντας τα υπάρχοντά του σε απόρους ναυτικούς της Σεβαστουπόλεως.

faithful-venerating-relics-of-ushakov-e1272492512290.jpg

Άγιος Θεόδωρος Ουσακώφ ο Ναύαρχος,

Μοναχός στη Μονή Σαναξάρ της Ρωσίας (+1817)

2 Οκτωβρίου

Όχι μόνο οι διάσημοι Έλληνες δόξασαν τη Ρωσία, αλλά και οι Ρώσοι διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της Ελλάδας. Ένας από αυτούς ήταν ο ναύαρχος του Ρωσικού Στόλου Θεόδωρος Ουσακώφ.
Γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου του 1745 στο μικρό χωριό Μπουρνάκοβο της περιοχής Ρομανόφσκι της περιφέρειας Γιαροσλάβλ. Προήρθε από μια αρχαία αρχοντική οικογένεια, αν και δεν ήταν πλούσια. Οι γονείς του…ο Θεόδωρος Ιγκνάτιεβιτς και η Παρασκευή Νικίτιτσνα, ήταν πολύ ευσεβείς και βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι.
Όλη η ζωή του πέρασε υπό την ευεργετική επήρεια του θείου του, οσίου Θεοδώρου Σανακσάρκσιι, μεγάλου πολεμιστή του πνευματικού πολέμου. Ο όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ίδιο χωριό Μπουρνάκοβο. Νεαρός πήγε να υπηρετήσει στη φρουρά της πρωτεύουσας. Όμως επιθυμώντας να υπηρετεί ως πολεμιστής του Βασιλιά των Ουρανών, δραπέτευσε από την πρωτεύουσα στα έρημα δάση του Ντβίνσκ. Είχε σκοπό να εργάζεται μόνο για τον Θεό, να νηστεύει και να προσεύχεται. Όμως τον βρήκαν και τον έφεραν στην αυτοκράτειρα η οποία κατάλαβε την πρόνοια του Θεού και άφησε τον όσιο Θεόδωρο στο μοναστήρι του Αλεξάνδρου Νέφσκι, όπου έγινε μοναχός το 1748.
Η μεγάλη οικογένεια των Ουσακώφ ήταν μέλος της ενορίας του Ναού των Θεοφανείων, ο οποίος βρισκόταν σε απόσταση 3 βέρστια από το Μπουρνάκοβο, στην αριστερή όχθη του ποταμού Βόλγα. Σε αυτό το ναό ο Θεόδωρος Ουσακώφ βαπτίστηκε, εδώ πήγαινε σχολείο όπου μάθαινε τα γράμματα και την αριθμητική. Επειδή ο Θεόδωρος Ιγκνάτιεβιτς και η Παρασκευή Νικίτιτσνα ήταν πολύ θρησκευόμενοι άνθρωποι, θεωρούσαν ότι έπρεπε να ανατρέφουν στα παιδιά τους υψηλά θρησκευτικά αισθήματα και αυστηρή ηθική. Αυτά τα αισθήματα απέκτησαν δεσπόζουσα θέση σε όλη τη ζωή του. Στο μεγάλο τους σπίτι στο χωριό ο Θεόδωρος είχε όλες τις κατάλληλες συνθήκες για τη σωστή σωματική ανάπτυξη. Ήταν πολύ τολμηρός και συχνά, συνοδευόμενος από άλλα εξίσου τολμηρά παιδιά, έκανε πολλά κατορθώματα που ήταν ακατάλληλα για τη μικρή του ηλικία. Για παράδειγμα, συχνά κυνηγούσε αρκούδες μαζί με τον δήμαρχο του χωριού. Αυτά τα χαρακτηριστικά του, η αφοβία του έναντι οποιουδήποτε κινδύνου, η ανδρεία του, έμειναν για πάντα στον χαρακτήρα του Θεοδώρου. Σεμνός και υπάκουος σε όλα, ο Ουσακώφ αναγεννιόταν και σε στιγμές κινδύνου άφοβα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο στο πρόσωπο.
Όταν έκλεισε 16 χρονών, ο Θεόδωρος εξετάστηκε επιτυχώς στη διεύθυνση της «Γκερολντία» (ειδικής Υπηρεσίας που ασχολείτο με τους αριστοκράτες της εποχής) όπου απέδειξε ότι ξέρει γράμματα και εξέφρασε την επιθυμία να περάσει στην ναυτική στρατιωτική σχολή.
Η ναυτική στρατιωτική σχολή βρισκόταν στην Αγία Πετρούπολη. Ο Θεόδωρος Ουσακώφ μπήκε εκεί τον Φεβρουάριο του 1761. Ο μελλοντικός ναύαρχος σπούδαζε επιμελώς, εκφράζοντας ειδικό ενδιαφέρον στην αριθμητική, την ναυσιπλοΐα και την ιστορία. Έγινε ένας από τους καλύτερους φοιτητές και σε πέντε χρόνια αποφοίτησε, έγινε αξιωματικός και ορκίστηκε.

ousakov_062.jpg

Μετά την αποφοίτηση από τη ναυτική στρατιωτική σχολή ο Ουσακώφ πήγε στον στολό της Βαλτικής. Οι βόρειες θάλασσες σπάνια είναι ήσυχες και για τον νέο αξιωματικό ήταν μια καλή ναυτική εμπειρία. Ο νέος αρχικελευστής Θεόδωρος Ουσακώφ πέρασε επιτυχώς το πρώτο του πρακτικό σχολείο της ναυτικής εξάσκησης και πήρε μετάθεση στο νότο, στον στολίσκο της Αζοφικής.
Στο τέλος του 17ου – αρχές του 18ου αιώνα, η Ρωσία είχε στόχο να ξαναποκτήσει τις παραθαλάσσιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας. Το 1775, επί εξουσίας της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β’, αποφασίστηκε να δημιουργηθεί στη Μαύρη θάλασσα τακτικός στόλος. Το 1778, σε απόσταση τριάντα βέρστια από την εκβολή του Δνείπερου, εγκαταστάθηκε η ναυαρχία, ιδρύθηκε το λιμάνι και η πόλη Χερσών. Ξεκίνησαν οι εργασίες κατασκευής των νεωλκείων για τα πλοία, όμως λόγω της δύσκολης μεταφοράς ξυλείας από τις μακρινές περιοχές της Ρωσίας, η διαδικασία αυτή καθυστέρησε πολύ.
Κάτι άρχισε να κινείται μόνο με την άφιξη των αξιωματικών και των πληρωμάτων των πλοίων.
Τον Αύγουστο του 1783 στη Χερσώνα έφτασε ο καπετάνιος κατηγορίας Β’, Θεόδωρος Ουσακώφ.
Την ίδια εποχή στην πόλη ξέσπασε επιδημία πανούκλας. Η Χερσών τέθηκε σε καραντίνα. Εκείνη την εποχή θεωρούσαν ότι η πανούκλα εξαπλώνεται μέσω του αέρα. Για την προστασία από την ασθένεια, στους δρόμους της πόλης άναβαν φωτιές, σταύρωναν με καπνό τα σπίτια, όμως η επιδημία εντάθηκε. Παρά τη δύσκολη στρατιωτική κατάσταση, η οποία απαιτούσε να συνεχιστεί η κατασκευή των πλοίων, δόθηκε εντολή να τερματιστούν τελείως όλες οι εργασίες και να αποσταλούν όλες οι δυνάμεις για την καταπολέμηση της πανούκλας.
Όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις μεταφέρθηκαν στην στέπα. Υπήρχε μεγάλη έλλειψη γιατρών και τα καθήκοντα τους εκτελούσαν οι στρατιωτικοί διοικητές. Ο καπετάνιος Θεόδωρος Ουσακώφ καθιέρωσε αυστηρή καραντίνα και μοίρασε τους ανθρώπους του σε ομάδες. Κάθε ομάδα είχε δική της σκηνή, φτιαγμένη από καλάμι, και στεγνώστρα ρούχων. Αρκετά πιο μακριά βρισκόταν η σκηνή-νοσοκομείο. Στην περίπτωση που σε μια ομάδα κάποιος αρρώσταινε, τον μετέφερναν αμέσως σε ξεχωριστή σκηνή και αποτέφρωναν την παλιά του σκηνή με όλα τα αντικείμενα. Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας παρέμειναν σε καραντίνα. Η επικοινωνία μεταξύ των ομάδων απαγορευόταν αυστηρώς. Ο Ουσακώφ πρόσεχε ακούραστα να εκτελούνται οι παραπάνω κανόνες. Ως αποτέλεσμα τέτοιων ενεργειών του Θεοδώρου Ουσακώφ, η πανούκλα εξαφανίστηκε από την ομάδα του τέσσερεις μήνες πριν από τις άλλες ομάδες. Στην πιο δύσκολη στιγμή της επιδημίας, αυτός δεν έστειλε κανέναν στο νοσοκομείο, που ήταν γεμάτο με άρρωστους, και έσωσε πολλές ζωές στην ομάδα του. Εδώ αποκαλύφθηκε η εξαιρετική του ικανότητα να λύνει τα πιο δύσκολα και απρόοπτα προβλήματα. Και εδώ αποκαλύφθηκε η μεγάλη αγάπη του Θεοδώρου Ουσακώφ για τους κοντινούς του ανθρώπους. Για την ικανότητα να ενεργεί σωστά στην πιο κρίσιμη κατάσταση και για τις ακούραστες του προσπάθειες, ο Θεόδωρος Ουσακώφ προήχθη στον καπετάνιο πρώτης κατηγορίας και βραβεύτηκε με το πρώτο του παράσημο του Αγίου Βλαδιμήρου κατηγορίας Δ’.
Με την συνθήκη μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας από τις 28 Δεκεμβρίου του 1783, η Κριμαία προσαρτήθηκε στην Ρωσία. Τότε η Αικατερίνη Β’ εξέδωσε διάταγμα για την δημιουργία οχυρών στα νότια σύνορα. Σύμφωνα με αυτό το διάταγμα έπρεπε να χτιστεί το φρούριο της Σεβαστούπολης. Τον Αύγουστο του 1785 ο καπετάνιος Α κατηγορίας, Θεόδωρος Ουσακώφ, έφτασε στη Σεβαστούπολη από τη Χερσώνα με το θωρηκτό πλοίο «Αγίος Παύλος», με 66 πυροβόλα.

Ушаковы1.jpg

Στις 11 Αυγούστου του 1787 η Τουρκία κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία. Για τις πολεμικές επιχειρήσεις δημιουργήθηκε ο στρατός του Αικατερινοσλάβσκ με επικεφαλή τον αρχιστράτηγο Γ.Α. Ποτιόμκιν-Ταβρίτσεσκι και ο ουκρανικός στρατός με επικεφαλή τον αρχιστράτηγο Π. Α. Ρουμιάντσεβ-Ζαντουνάισκι. Στην αρχή το καθήκον των δύο στρατών ήταν μόνο να φυλάνε τα ρωσικά σύνορα. Και μόνο ο στόλος της Σεβαστούπολης έλαβε εντολή να δρα επιθετικά. Σύντομα έγινε η πρώτη μεγάλη μάχη. Ο τουρκικός στόλος είχε στη διάθεση του 17 θωρηκτά πλοία και 8 φρεγάτες, ενώ η Ρωσική ναυτική μοίρα, με επικεφαλή της εμπροσθοφυλακής τον Θεόδωρο Ουσακώφ, είχε μόνο 2 θωρηκτά πλοία και 10 φρεγάτες. Στις 29 Ιουνίου του 1788 οι εχθροί εντόπισαν ο ένας τον άλλον και βρισκόμενοι σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, προσπάθησαν να πάρουν πλεονεκτική θέση και να διατηρήσουν τη γραμμή της μάχης. Όμως στις 3 Ιουλίου η μάχη κοντά στο νησί Φιδονήσι ήταν αναπόφευκτη. Ο Τουρκικός στόλος με όλες τις δυνάμεις του άρχισε να κατεβαίνει προς τα ρωσικά πλοία. Τότε η εμπροσθοφυλακή του Ουσακώφ, «δείχνοντας την επιμέλεια και την τέχνη της» έβαλε ταχύτητα και με αποφασιστική μανούβρα στέρησε την ευκαιρία στον επικεφαλή του Τουρκικού στόλου να καταλάβει τα ρωσικά πλοία. Ταυτόχρονα ο Ουσακώφ έκοψε δύο προπορευόμενα τουρκικά πλοία από τις υπόλοιπες δυνάμεις του τουρκικού στόλου. Αυτά τα πλοία, συνειδητοποιώντας την καταστροφική τους κατάσταση, έσπευσαν να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης χωρίς να περιμένουν κανένα σήμα από τους δικούς τους συμμάχους. Ο επικεφαλής του τουρκικού στόλου, Αισκί-Γκασσάν, αναγκάστηκε να τα πάρει στο κατόπι. Η Ρωσική ναυτική μοίρα νίκησε.

Osios_Theodoros_Ushakov11.jpg

Παρά το γεγονός ότι αυτή η μάχη δεν είχε ουσιαστική επίδραση στον πόλεμο, ήταν σημαντική για κάποιον άλλο λόγο. Για πρώτη φορά, σε ανοιχτή μάχη, οι λίγες δυνάμεις του ρωσικού στόλου νίκησαν τις πολυάριθμες δυνάμεις του εχθρού τους. Ενώ ο Θεόδωρος Ουσακώφ ήταν αρχηγός μόνο της εμπροσθοφυλακής, στην πραγματικότητα καθοδηγούσε όλη τη ναυτική μοίρα. Η γενναιότητά του, η έξυπνη του τακτική και η υψηλή πνευματική του πτυχή έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη νίκη του ρωσικού στόλου. Ήταν, πρώτα απ΄ όλα, η πνευματική νίκη, στην οποία η χριστιανική αυτοθυσία έδειξε την πραγματική πολεμική τέχνη. Η αδιαμφισβήτητη εμπιστοσύνη στη βοήθεια του Θεού και, συνεπώς, η αφοβία μπροστά στον εχθρό, ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της αρετής του Θεόδωρου Ουσακώφ. Επειδή δεν ήταν ματαιόδοξος, ο Ουσακώφ δεν απέδωσε την επιτυχία στον εαυτό του, αλλά στην γενναιότητα και στην θέληση για τη νίκη των στρατιωτών του: «Όλα τα μέλη της ομάδας μου, του πλοίου «Άγιος Παύλος», εκτελούσαν τα καθήκοντα τους με εξαιρετική επιμέλεια και γενναιότητα και αισθάνομαι υποχρεωμένος να τους επαινέσω για όλα…».
Ολοκληρώθηκε ο πρώτος χρόνος του πολέμου όταν ηττήθηκαν οι τουρκικές ναυτικές δυνάμεις και ο στόλος της Μαύρης θάλασσας κέρδισε μια αποφασιστική νίκη, έχοντας ενσταλλάξει μεγάλο φόβο και τρόμο στους Τούρκους. Ο Θεόδωρος Ουσακώφ προήχθη σε Υποναύαρχο και στις αρχές του 1790 διορίστηκε αρχηγός του στόλου της Μαύρης θάλασσας.

Στις αρχές του Ιουλίου του 1790, κοντά στον πορθμό του Κέρτς έγινε μια άλλη μάχη στην οποία η ναυτική μοίρα του Ουσακώφ κέρδισε για ακόμη μια φορά μια λαμπρή νίκη. «Εκπλήσσομαι ο ίδιος με την ευκινησία και τη γενναιότητα των ναυτών μου, -έγραφε ο Ουσακώφ- πυροβολούσαν στο πλοίο του εχθρού μας με τέτοια επιδεξιότητα, ώστε φαινόταν ότι ο καθένας ήξερε να πυροβολεί εύστοχα». Φυσικά, τέτοια αφοβία και ψυχραιμία που έδειξαν οι ναύτες, υποδεικνύουν το εξαιρετικό παράδειγμα που έδειξε και ο αρχηγός τους. Η Αικατερίνη Β’ έγραφε στον πρίγκιπα Ποτιόμκιν: «Χτες γιορτάσαμε τη νίκη του στόλου της Μαύρης θάλασσας επί των Τούρκων και παρακολουθήσαμε τη δοξολογία στην εκκλησία Καζάνσκαγια… Παρακαλώ πείτε μεγάλο ευχαριστώ από μένα στον Υποναύαρχο Ουσακώφ και στους ναύτες του».
Μετά την ήττα στη μάχη του Κέρτς ο τουρκικός στόλος, σκορπισμένος σε όλη τη θάλασσα, ξανάρχισε να δημιουργεί ενιαία ναυτική μοίρα. Ο σουλτάνος Σελίμ Γ’ έστειλε προς βοήθεια τον αρχηγό του τουρκικού στόλου, Γουσσέιν πασά, στον έμπειρο Ναύαρχο Σαγίντ μπέη. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να αναστρέψει την κατάσταση υπέρ της Τουρκίας. Ομως άλλο είναι η θέληση και άλλο είναι η συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με τον περίφημο ρωσικό στόλο. Το πρωί στις 28 Αυγούστου, τα πλοία του τουρκικού στόλου ήταν αγκυροβολημένα μεταξύ του Χαντζιμπέη (μεταγενέστερα Οδησσός) και του νησιού Τένδρα. Ξαφνικά από την πλευρά της Σεβαστούπολης ο Γουσσέιν είδε τον ρωσικό στόλο να πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Η εμφάνιση του Ουσακώφ οδήγησε σε ακραία σύγχυση τους Τούρκους.
Παρά την αριθμητική υπεροχή, έσπευσαν να κόψουν τα σκοινιά και να απομακρυνθούν χαοτικά προς τον Δούναβη. Ο Ουσακώφ, θεωρώντας δικαίως, ότι ψυχολογικά έχει ήδη νικήσει, διάταξε να πλησιάσουν τον εχθρό σε απόσταση μυδροβόλησης. Μετά από αυτό έριξε όλες τις δυνάμεις πυροβολικού των πλοίων εναντίoν του μπροστινού μέρους του τουρκικού στόλου. Η ναυαρχίδα του Ουσακώφ «Χριστούγεννα» πολεμούσε με τρία εχθρικά πλοία, αναγκάζοντας τα να βγουν από τη γραμμή τους. Τα υπόλοιπα ρωσικά πλοία ακολουθούσαν γενναία το παράδειγμα του αρχηγού τους. Η σύγχυση των Τούρκων αυξανόταν λεπτό προς λεπτό. Τα μπροστινά εχθρικά πλοία, που πιέζονταν από τα ρωσικά, αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή. Η ναυαρχίδα του Σαγίντ μπέη, «καπουντάνιγια» με 74 πυροβόλα, υπέστη μεγάλη ζημιά και έμεινε πίσω από τον τουρκικό στόλο. Τα ρωσικά πλοία την περικύκλωσαν, όμως η τουρκική ναυαρχίδα συνέχιζε να αμύνεται γενναία. Τότε ο Ουσακώφ, βλέποντας τη μάταιη επιμονή του εχθρού, έστειλε σε αυτόν το πλοίο «Χριστούγεννα», το οποίο πλησίασε σε απόσταση των τριάντα σάζεν και κατέστρεψε όλα τα κατάρτια της ναυαρχίδας. Έπειτα στάθηκε απέναντι από την πλώρη της, έτοιμος να τη βομβαρδίσει. Εκείνη τη στιγμή η «καπουντάνιγια» υπέστειλε τη σημαία της.
Αργότερα ο Ουσακώφ έκανε την εξής αναφορά: «Οι άνθρωποι από το εχθρικό πλοίο βγήκαν πάνω, σήκωσαν τα χέρια και άρχισαν να φωνάζουν παρακαλώντας για έλεος και για τη σωτηρία τους. Όταν το είδα, έδωσα εντολή να σταματήσουμε τη μάχη και έστειλα τις οπλισμένες βάρκες να σώσουν τους Τούρκους ναύτες, επειδή η γενναιότητα και η απελπισία του Τούρκου Ναυάρχου ήταν τόσο απέραντη, ώστε δεν μπορούσε να παραδώσει το πλοίο του μέχρι να καταστραφεί εντελώς».
Μόλις οι Ρώσοι ναύτες έβγαλαν από την «καπουντάνιγια» τον καπετάνιο της, τους αξιωματικούς και τον ίδιο τον Σαγίντ μπέη, το εχθρικό πλοίο τινάχτηκε στον αέρα μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα και το θησαυροφυλάκιο του τουρκικού στόλου. Η έκρηξη της τεράστιας ναυαρχίδας μπροστά στα μάτια ολόκληρου του στόλου, τρομοκράτησε τους Τούρκους και ολοκλήρωσε τη νίκη του Ουσακώφ επί του νησιού Τένδρα.

icon-of-admiral-st-fyodor-ushakov-the-holy-warrior-2.jpg

Το 1791 ο Ρώσο-Τουρκικός πόλεμος ολοκληρώθηκε με τη λαμπρή νίκη του Υποναυάρχου Ουσακώφ κοντά στο ακρωτήριο Καλιακρία. Η Τουρκία ήθελε να καταστρέψει τον ρωσικό στόλο για να αναγκάσει την Ρωσία να συνάψει επωφελή για την Τουρκία ειρήνη. Ο σουλτάνος ζήτησε βοήθεια από τον περίφημο αφρικάνικο στόλο υπό την ηγεσία του Αλγερινού Σεντ-Αλί. Ο Σεντ-Αλί του υποσχέθηκε να φέρει τον Υποναύαρχο Ουσακώφ, δεμένο με αλυσίδες, στην Κωνσταντινούπολη. Θα γινόταν η πιο σπουδαία μάχη. Όλος ο στόλος μας το συνειδητοποιούσε. Ο πρίγκιπας Ποτέμκιν έγραφε στον Oυσακώφ: «Να προσεύχεστε τον Θεό! Ο Θεός θα μας βοηθήσει, να έχετε εμπιστοσύνη σε Αυτόν. Να ενθαρρύνετε τους ανθρώπους σας και να τους προκαλέσετε μεγάλη θέληση να νικήσουν τη μάχη. Ο Θεός να είναι μαζί σας!» Στις 31 Ιουλίου, πλησιάζοντας το ακρωτήριο Καλιακρία, ο Oυσακώφ εντόπισε τον τουρκικό στόλο, τα πλοία του οποίου ήταν αγκυροβολημένα σε μια γραμμή, υπό την κάλυψη των παραθαλάσσιων στρατιωτικών μπαταριών. Η εμφάνιση της ρωσικής ναυτικής μοίρας ξάφνιασε πολύ τους Τούρκους και τους προκάλεσε πανικό. Οι Τούρκοι άρχισαν να κόβουν γρήγορα τα σκοινιά και να σηκώνουν τα πανιά. Λόγω των μεγάλων κυμάτων και του δυνατού αέρα, μερικά πλοία έχασαν τον έλεγχο και συγκρούστηκαν. Ο Oυσακώφ, εκμεταλλεύτηκε το χάος που κυριαρχούσε στον εχθρικό στόλο και πήρε μια πολύ έξυπνη απόφαση. Οδήγησε τον στόλο του μεταξύ των τουρκικών πλοίων και των παραθαλάσσιων στρατιωτικών μπαταριών που πυροβολούσαν ασταμάτητα. Με αυτό τον τρόπο απέκοψε τα τουρκικά πλοία από την ακτή. Η γραμμή των Τούρκων χάλασε και τα πλοία τους ήταν τόσο στριμωγμένα ώστε χτυπούσαν το ένα με το άλλο, προσπαθώντας να κρυφτούν μεταξύ τους. Ο θυσακώφ άρχισε να κυνηγάει τον Σέντ-Αλί με το πλοίο «Χριστούγεννα». Όταν τον πλησίασε, επιτέθηκε αμέσως. Με την πρώτη βολίδα ο Σεντ-Αλί τραυματίστηκε σοβαρά στο σαγόνι. Ο αιμόφυρτος Αλγερινός αρχηγός, ο οποίος πρόσφατα υποσχέθηκε να αιχμαλωτίσει τον θυσακώφ, μεταφέρθηκε από το κατάστρωμα στην καμπίνα του. Τα ρωσικά πλοία περικύκλωσαν τον εχθρό και κυριολεκτικά τον πλημμύρισαν με βολίδες. Ο τουρκικός στόλος καταστράφηκε τελείως και για ακόμα μια φορά αποχώρησε από το πεδίο μάχης. Μόνο το σκοτάδι, ο καπνός από τα όπλα και η αλλαγή κατεύθυνσης του ανέμου έσωσαν τους Τούρκους από την πλήρη καταστροφή και αιχμαλωσία. Όλος ο τουρκικός στόλος, ο οποίος έχασε είκοσι οχτώ πλοία, σκορπίστηκε στη θάλασσα. Τα περισσότερα εχθρικά πληρώματα σκοτώθηκαν, ενώ οι απώλειες στα ρωσικά πλοία ήταν ελάχιστες.
Στην Κωνσταντινούπολη, μη γνωρίζοντας τι έχει συμβεί, γιόρταζαν με μεγάλη χαρά το Κουρμπάν Μπαϊράμ. Όμως σε λίγο αυτή η «απέραντη χαρά μετατράπηκε σε θλίψη και φόβο», που προκλήθηκε από την εμφάνιση στα φρούρια του Βοσπόρου των απομειναριών της ναυτικής μοίρας του «δοξασμένου Αλγερινού» Σεντ-Αλί. Η κατάσταση των πέντε θωρηκτών πλοίων του και των πέντε άλλων μικρότερων ήταν καταστροφική. Κάποια πλοία έχασαν όλα τα κατάρτια τους και εκείνα που σώθηκαν, ήταν αδύνατον να χρησιμοποιηθούν ποτέ ξανά. Τα καταστρώματα ήταν γεμάτα με πτώματα και τραυματίες που πέθαιναν από τα τραύματα. Αυτή η καταστροφική εικόνα ολοκληρώθηκε με το πλοίο του Σεντ-Αλί, το οποίο άρχισε να βουλιάζει μπροστά στα μάτια των Τούρκων, παρακαλώντας για βοήθεια με τα κανόνια των βολίδων…

«Αξιότιμε! Ο στόλος σου δεν υπάρχει πλέον», πληροφορήθηκε ο Τούρκος Σουλτάνος. Εκείνος τρόμαξε τόσο πολύ με αυτό το θέαμα και την ειδοποίηση για την συντριβή του στόλου του, που έσπευσε αμέσως να συνάψει ειρήνη με τη Ρωσία. Στις 29 Δεκεμβρίου του 1791, στο Ιάσιο υπεγράφη η ειρηνευτική συνθήκη. Το ρωσικό κράτος, έχοντας ενισχύσει τη θέση του στο νότο, «πάτησε το σταθερό πόδι του στην ακτή της Μαύρης θάλασσας».
Για την τόσο περίφημη νίκη ο Υποναύαρχος Θεόδωρος Ουσακώφ βραβεύτηκε με το παράσημο του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι.ι
Από την αρχή του πολέμου ο Θεόδωρος Ουσακώφ διορίστηκε επικεφαλής του λιμανιού και της πόλης της Σεβαστούπολης. Μετά τη σύναψη της ειρήνης με την Τουρκία ο Ουσακώφ αμέσως άρχισε να επισκευάζει τα πλοία και να κατασκευάζει διάφορα μικρότερα. Με διαταγή του και με την προσωπική του συμμετοχή, στις ακτές των κόλπων κατασκευάστηκαν αποβάθρες. Ήταν δύσκολο να βρεθούν σπίτια εκεί για τους ναύτες. Έμεναν σε καλύβες και στρατώνες, που βρίσκονταν στους βαλτώδεις κόλπους, όπου οι άνθρωποι αρρώσταιναν και πέθαιναν πολύ συχνά από τον αποπνικτικό αέρα των βάλτων. Ο Θεόδωρος Θεοντόροβιτς, όπως και με την αντιμετώπιση της πανούκλας στη Χερσώνα, άρχισε να λαμβάνει αποφασιστικά μέτρα για να σταματήσουν οι ασθένειες. Χτίστηκαν στρατώνες και νοσοκομείο για τους ναύτες σε υψηλότερα και πιο υγιή σημεία της περιοχής. Ο Ουσακώφ φρόντιζε και για την κατασκευή δρόμων, τη δημιουργία αγορών, πηγαδιών, καθώς και για την παροχή πόσιμου νερού και άλλων προμηθειών ζωτικής σημασίας. Ο Ουσακώφ ξαναέχτισε το μικρό καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου, προστάτη ναυτικών. Μερικές φορές, όταν τα χρήματα που προορίζονταν για τον στόλο της Μαύρης θάλασσας καθυστερούσαν για κάποιο λόγο, ο Ουσακώφ έδινε δικά του χρήματα στη διοίκηση του λιμανιού της Σεβαστούπολης, για να μη σταματάνε οι εργασίες. Ο Ουσακώφ έδειχνε μεγάλο σεβασμό στην περιουσία του κράτους, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να είναι γενναιόδωρος με τα δικά του χρήματα και φειδωλός με τα χρήματα του κράτους. Και πάντα υποστήριζε αυτόν τον κανόνα στην πράξη.
Έχοντας απομακρυνθεί προσωρινά από τους πολέμους, ο διακεκριμένος Ναύαρχος, ο οποίος πάντα σεβόταν την πίστη των προγόνων του, είχε τώρα την ευκαιρία να αφιερώσει χρόνο σε προσευχές. «Κάθε μέρα παρακολουθούσε την πρωινή, τη μεσημεριανή και την απογευματινή λειτουργία και ποτέ δεν εξέταζε τις στρατιωτικές και δικαστικές υποθέσεις πριν την προσευχή.
Και όταν ανακοίνωνε δικαστική απόφαση, πάντα έδειχνε ελεημοσύνη στους πολύτεκνους κατηγορούμενους. Γενικά ήταν άνθρωπος γεμάτος με εξαιρετική καλοσύνη…» Στις αρχές του 1793 τον κάλεσε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’, η οποία ήθελε να δει τον ήρωα που απέκτησε τέτοια μεγάλη φήμη. Κατά τη συνάντησή τους η αυτοκράτειρα «είδε σε αυτόν έναν άνθρωπο ειλικρινή, σεμνό, χωρίς απαιτήσεις και ύφος, που μπορούσε να έχει κάποιος άλλος στη θέση του». Για τις εξαιρετικές υπηρεσίες του στην πατρίδα, η Αικατερίνη Β’ του χάρισε έναν πανέμορφο χρυσό σταυρό με λείψανα αγίων. Την ίδια χρονιά του απονεμήθηκε ο βαθμός του Αντιναυάρχου.
Το 1796 στον θρόνο ανέβηκε ο αυτοκράτορας Παύλος Α.
Ήταν η εποχή όταν η επαναστατική Γαλλία αγνόησε όλους τους νόμους του Θεού και ανθρώπου και σκότωσε τον μονάρχη της. Μετά από αυτό «έβαλε στόχο να κατακτήσει και να υποδουλώσει τα γειτονικά κράτη». Ο Αντιναύαρχος έλαβε εντολή να κινητοποιήσει τον στόλο της Μαύρης θάλασσας. Η πολυπλοκότητα της κατάστασης για την Ρωσία ήταν στην απόλυτη ασάφεια για το από ποιόν εχθρό να προστατεύει τα νότια της σύνορα, Τουρκία η Γαλλία. Η Γαλλία υποκινούσε την Τουρκία για πόλεμο με τη Ρωσία. Οι Τούρκοι, φυσικά, ήθελαν να επανακτήσουν τα εδάφη που είχαν χάσει στον πόλεμο με τη Ρωσία. Όμως από την άλλη, για την Υψηλή Πύλη, η γειτνίαση στα Βαλκάνια με τους Γάλλους γινόταν πολύ πιο επικίνδυνη από την απώλεια της Κριμαίας. Σύντομα ο Σουλτάνος Σελίμ Γ’ δέχτηκε την πρόταση του Ρώσου αυτοκράτορα για συμμαχία εναντίων της Γαλλίας και ζήτησε από τον Παύλο Α΄ να του στείλει μια βοηθητική ναυτική μοίρα.
Στις αρχές του Αυγούστου του 1798, βρισκόμενος κοντά στον κόλπο της Σεβαστούπολης μαζί με τη ναυτική του μοίρα, ο Θεόδωρος Ουσακώφ έλαβε την εντολή του αυτοκράτορα «να ακολουθήσει αμέσως τον τουρκικό στόλο και να τον βοηθήσει να εμποδίσει την Γαλλία στα κακόβουλα σχέδια αυτού του βίαιου λαού, ο οποίος εξολόθρεψε την πίστη, την κυβέρνηση που έχει καθιερώσει ο ίδιος ο Θεός, και τους νόμους του…Αυτός ο λαός το έκανε όχι μόνο εντός της Γαλλίας, αλλά και στα γειτονικά κράτη, οι λαοί των οποίων εξαπατήθηκαν από τις ύπουλες υποβολές των Γάλλων…» Η ρωσική ναυτική μοίρα πήρε κατεύθυνση προς την Κωνσταντινούπολη και σύντομα πλησίασε τον Βόσπορο. Αυτό το γεγονός ήταν αρκετό για την Υψηλή Πύλη να ανακοινώσει αμέσως τον πόλεμο με τη δημοκρατική Γαλλία.
Η Τουρκία συνάντησε τα ρωσικά πλοία εκπληκτικά φιλικά. Οι Τούρκοι εντυπωσιάστηκαν με την καθαριότητα και την αυστηρή τάξη που είχαν. Ένας από τους σπουδαίους άρχοντες, κατά τη συνάντηση με τον βεζίρη, είπε ότι «δώδεκα ρωσικά πλοία κάνουν λιγότερο θόρυβο από μια τουρκική βάρκα. Και οι ναύτες είναι τόσο σεμνοί, ώστε στους δρόμους δεν ενοχλούν καθόλου τους κατοίκους της πόλης». Οι Τούρκοι έμειναν έκπληκτοι και με την εμφάνιση των Ρώσων ναυτών και με το πνεύμα τους. Η ρωσική ναυτική μοίρα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη για δύο εβδομάδες. Στις 8 Σεπτεμβρίου, «έχοντας διδάξει στους Τούρκους εξαιρετική τάξη και πειθαρχεία», η ναυτική μοίρα σάλπαρε με κατεύθυνση τα στενά των Δαρδανελίων, στο σημείο ένωσης με τον τουρκικό στόλο. Ο αρχηγός των ενωμένων δυνάμεων διορίστηκε ο Αντιναύαρχος Ουσακώφ. Οι Τούρκοι, γνωρίζοντας από τη δική τους εμπειρία την τέχνη και γενναιότητα του, εμπιστεύτηκαν πλήρως σε αυτόν τον στόλο τους. Ο Καπετάν-Πασάς Καντήρμπεης εν ονόματι του Σουλτάνου, έπρεπε να σέβεται τον Ρώσο Αντιναύαρχο σαν τον «δάσκαλο του».
Έτσι ξεκίνησε η διάσημη Μεσογειακή εκστρατεία του Αντιναύαρχου Θεόδωρου Ουσακώφ, κατά την οποία εκείνος απέδειξε ότι είναι όχι μόνο σπουδαίος αρχηγός του στόλου του, αλλά και σοφός άνθρωπος, συμπονετικός Χριστιανός και ευεργέτης των λαών, τους οποίους έχει απελευθερώσει.
Ο πρώτος στόχος της ναυτικής μοίρας ήταν να καταλάβουν τα Επτάνησα που βρίσκονται κατά μήκος της νότιο-δυτικής ακτής της Ελλάδας. Το πιο σημαντικό νησί ήταν η Κέρκυρα, η οποία έχοντας η ίδια τα ισχυρότερα στην Ευρώπη φρούρια, ήταν επιπλέον προστατευμένη από τους Γάλλους. Για αυτό το λόγο η Κέρκυρα θεωρούνταν απόρθητο νησί. Οι κάτοικοι αυτών των νησιών ήταν Ορθόδοξοι Έλληνες. Στην Κέρκυρα βρισκόταν (βρίσκεται και μέχρι σήμερα) ένα μεγάλο χριστιανικό ιερό κειμήλιο, τα λείψανα του Αγίου Σπυρίδωνα Τριμυθούντος. Ο Θεόδωρος Ουσακώφ έδρασε πανέξυπνα. Πρώτα απ» όλα έστειλε γραπτό μήνυμα στους κατοίκους των νησιών, στο οποίο τους παρότρυνε να βοηθήσουν στην ανατροπή του ανυπόφορου ζυγού των άθεων Γάλλων. Η απάντηση ήταν η ένοπλη βοήθεια του πληθυσμού σε όλες τις περιοχές. Οι κάτοικοι των νησιών ενθαρρύνθηκαν από την άφιξη της ρωσικής ναυτικής μοίρας. Παρά τη δυνατή αντίσταση των Γάλλων, ο στόλος μας με τις αποφασιστικές του ενέργειες απελευθέρωσε το νησί Τσιρίγο, μετά το νησί Ζάκυνθος…
Όταν η γαλλική φρουρά παραδόθηκε στο νησί Ζάκυνθος, «την επόμενη μέρα ο αρχηγός Αντιναύαρχος Ουσακώφ μαζί με άλλους καπετάνιους και αξιωματικούς της μοίρας επισκέφτηκε τον καθεδρικό ναό του Αγίου Διονύσιου Θαυματουργού για να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία-ευχαριστία. Τις βάρκες των Ρώσων τις υποδέχτηκαν με κωδωνοκρουσίες και κανονιοβολισμούς. Όλοι οι δρόμοι ήταν διακοσμημένοι με ρωσικές σημαίες, άσπρες με τον μπλε σταυρό του Ανδρέα Πρωτόκλητου. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι κρατούσαν τέτοιες σημαίες στα χέρια τους και φώναζαν συνεχώς: «Ζήτω ο Παύλος Πετρόβιτς! Ζήτω ο απελευθερωτής μας και ο συντηρητής της Ορθόδοξης πίστης στην πατρίδα μας!» Στην αποβάθρα τον Αντιναύαρχο υποδέχτηκε ο κλήρος και οι πρεσβύτεροι. Μαζί τους πήγε στον καθεδρικό ναό και μετά τη λειτουργία προσκύνησε τα λείψανα του Αγίου Διονυσίου, προστάτη του νησιού. Παντού οι κάτοικοι τον δέχονταν με ιδιαίτερη τιμή και χαρούμενες κραυγές. Στα πόδια του πέταγαν λουλούδια, οι μητέρες με δάκρυα χαράς έβγαζαν τα παιδιά τους από τα σπίτια, αναγκάζοντας τα να φιλάνε τα χέρια των αξιωματικών μας και το ρωσικό κρατικό έμβλημα πάνω στις τσάντες των Ρώσων ναυτών. Ένας μάρτυρας σημείωσε: «οι γυναίκες, ειδικά οι ηλικιωμένες, έβγαζαν τα χέρια τους από τα παράθυρα, έκαναν σταυρό και έκλαιγαν».
Το ίδιο συνέβη και στο νησί Κεφαλονιά: «…παντού οι κάτοικοι σήκωναν τις ρωσικές σημαίες και βοηθούσαν τους Ρώσους να βρίσκουν τους Γάλλους, οι οποίοι κρύφτηκαν στα βουνά και σε φαράγγια. Όταν το νησί καταλήφθηκε, ο ντόπιος επίσκοπος και ο κλήρος κρατώντας σταυρούς και όλοι οι άλλοι κάτοικοι υποδέχτηκαν τον αρχηγό των ρωσικών δυνάμεων και τους καπετάνιους των πλοίων με καμπάνες και κανονιοβολισμούς».

mk0804c.jpg

Όμως από την αρχή αυτής της κοινής εκστρατείας, ειδικά κατά τις στρατιωτικές δράσεις, αποδείχτηκε πως η βοήθεια της τουρκικής βοηθητικής μοίρας ήταν λιγότερη από τα προβλήματα τα οποία αυτή προκαλούσε. Παρά τις κολακευτικές διαβεβαιώσεις τους και την ετοιμότητα για συνεργασία, οι Τούρκοι ήταν τόσο ανοργάνωτοι και άγριοι ώστε ο Αντιναύαρχος αναγκάστηκε να τους κρατάει πίσω από τη μοίρα του, αποφεύγοντας να συμμετέχουν πραγματικά στην απελευθέρωση των ελληνικών νησιών. Οι Τούρκοι ηταν αγγαρεία για τους Ρώσους. Και όμως, ως αρχηγός, ο Ουσακώφ έπρεπε να φροντίζει για αυτούς, δηλαδή να τους ταΐζει, να τους ντύνει και να τους εκπαιδεύει στην στρατιωτική τέχνη, ώστε να τους χρησιμοποιήσει έστω και εν μέρει.

Οι ντόπιοι κάτοικοι άνοιγαν τις πόρτες στους Ρώσους, αλλά τις έκλειναν μπροστά στους Τούρκους. Αυτή η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για τον Θεόδωρο Ουσακώφ. Τότε έδειξε σωστή κρίση της κατάστασης, πολλή υπομονή και πολιτική ευγένεια για να τηρηθούν οι συμφωνίες των συμμάχων και να κρατήσει τους Τούρκους μακριά από την αχαλίνωτη βαρβαρότητα και ωμότητα. Ειδικά στους Τούρκους δεν άρεσε η καλή συμπεριφορά των Ρώσων στους αιχμάλωτους Γάλλους. Όταν ο Θεόδωρος Ουσακώφ δέχτηκε τους πρώτους αιχμάλωτους στο νησί Τσιρίγο, ο Τούρκος Ναύραχος Καντήρμπεης του ζήτησε να κάνει ένα πονηρό πράγμα εναντίων των αιχμαλωτών. «Τι πράγμα;» – ρώτησε ο Ουσακώφ. Ο Καντήρμπεης απάντησε: «σύμφωνα με την υπόσχεση σας, οι Γάλλοι ελπίζουν να γυρίσουν στην πατρίδα τους και τώρα κοιμούνται ήσυχα στο στρατόπεδο μας. Αφήστε με να τους πλησιάσω τη νύχτα και να τους σφάξω όλους». Η συμπονετική καρδιά του Ουσακώφ, φυσικά, απέρριψε αμέσως τέτοια τρομερή ωμότητα και ο Τούρκος Ναύαρχος έμεινε άκρως έκπληκτος με αυτό. Όμως ειδικά πολλά προβλήματα προκαλούσε ο πονηρός και ύπουλος Αλί-Πασάς, ο οποίος ήταν αρχηγός των τουρκικών δυνάμεων ξηράς και είχε συνηθίσει να ασχημονεί ατιμώρητα στην Ελληνική και Αλβανική ακτή.

Στις 10 Νοεμβρίου του 1798 ο Θεόδωρος Ουσακώφ έγραψε στην αναφορά του: «Δόξα τω Θεώ, με τις κοινές δυνάμεις, εκτός από την Κέρκυρα έχουμε απελευθερώσει όλα τα υπόλοιπα νησιά από τους κακόβουλους Γάλλους». Έχοντας μαζέψει όλες τις δυνάμεις στην Κέρκυρα, ο αρχηγός ξεκίνησε τον αποκλεισμό του νησιού και άρχισε να ετοιμάζεται για την επίθεση στο ισχυρότερο φρούριο στην Ευρώπη. Οι συνθήκες του αποκλεισμού, που πραγματοποιούταν από την ρωσική μοίρα, ήταν πολύ δύσκολες για τους ναύτες μας. Πρώτα, υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση στον εφοδιασμό τροφίμων και πυρομαχικών, καθώς και των υλικών για την επισκευή των πλοίων. Κατά τη συμφωνία, όλα αυτά έπρεπε να τα παρέχει η τουρκική πλευρά, όμως πάντα υπήρχαν διαφορές λόγω της κατάχρησης και αμέλειας των Τούρκων υπεύθυνων. Η ναυτική μοίρα βρισκόταν «σε άκρως άσχημη κατάσταση». Οι Τούρκοι ήταν υποχρεωμένοι να στείλουν εγκαίρως το αποβατικό άγημα από την Αλβανική ακτή, με συνολικό αριθμό 14 χιλιάδες άτομα «η παραπάνω εάν το χρειαστεί ο αρχηγός». Στην πραγματικότητα είχαν μαζέψει μόλις το ένα τρίτο από το συνολικό αριθμό. Στην αναφορά για τον αυτοκράτορα ο Αντιναύαρχος έγραψε: «Εάν εγώ είχα μόνο ένα σύνταγμα πεζικού, οπωσδήποτε θα ήλπιζα να καταλάβω την Κέρκυρα κοινώς με τους κατοίκους της, οι οποίοι παρακαλούν μόνο για ένα πράγμα, να μην πλησιάσει το νησί τους κανένα στράτευμα εκτός από το δικό μας». Εκτός από τις διαφορές με τους συμμάχους, ο αποκλεισμός γινόταν πιο δύσκολος λόγω της πεισματικής αντίστασης των Γάλλων και του πολύ βαρύ χειμώνα στον νότο της Ευρώπης.
Ο Ουσακώφ έγραψε σε μια αναφορά του: «Οι ναύτες μας, επιθυμώντας να με ευχαριστήσουν, δούλευαν πάρα πολύ σκληρά και στη βροχή και με την υγρασία και στην παγωνιά. Όλοι άντεχαν τα πάντα με υπομονή και κόπιαζαν πολύ». Ο ίδιος ο Ναύαρχος, υποστηρίζοντας τους ναύτες του, έδειχνε παράδειγμα ακούραστης δραστηριότητας. Ο συμμετέχων εκείνων των γεγονότων, πλωτάρχης Εγκόρ Μεταξά, έγραψε: «Μέρα και νύχτα βρισκόταν αυτός στο πλοίο και εκπαίδευε τους ναύτες στην απόβαση, στη μάχη με όπλα και γενικά σε όλες τις ενέργειες στρατιώτη ξηράς».
Επιτέλους όλα ήταν έτοιμα για την επίθεση, και στο γενικό συμβούλιο αποφάσισαν να εκτελεστεί η επίθεση με τον πρώτο ευνοϊκό άνεμο.
Ο ευνοϊκός άνεμος φύσηξε στις 18 Φεβρουαρίου, και στις επτά το πρωί άρχισε επίθεση. Κατ΄αρχάς, η επίθεση έγινε στο Νησί του Βίδου, που καλύπτει το κύριο φρούριο από τη θάλασσα. Στην περιγραφή του Εγκόρ Μεταξά διαβάζουμε: «οι αδιάκοποι τρομεροί πυροβολισμοί και η βροντή μεγάλων όπλων έκαναν να τρέμει όλη η περιοχή. Ολόκληρο το Νησί του Βίδου ανατινάχθηκε από το μύδρο, και όχι μόνο τα χαρακώματα καταστράφηκαν, αλλά δεν υπήρχε ούτε ένα δέντρο, που δεν ήταν κατεστραμμένο από τέτοιο φοβερό σιδερένιο χαλάζι». Στις πιο επικίνδυνες περιπτώσεις ο Θεόδωρος Ουσακώφ πάντα ήταν το παράδειγμα για άλλους: έτσι έγινε και τότε. Έχοντας σηματοδοτήσει σ΄ όλα τα πλοία να συνεχίσουν τις ενέργειες τους παρά την κίνηση της ναυαρχίδας, ο ίδιος προσέγγισε πολύ κοντά την ακτή απέναντι από την ισχυρότερη πυροβολαρχία των Γάλλων και έπειτα από λίγο βύθισε αυτή, «ενώ είχε μέσα πολλά προετοιμασμένα πυρακτωμένα βλήματα», και τους πυροβολούσε. «Ενώ όλα τα τούρκικα πλοία και οι φρεγάτες τους ήταν πίσω μας και μακριά από το νησί, και αν πυροβολούσαν σ’αυτό. το έκαναν πάνω μας, έτσι δύο βλήματα χτύπησαν μια πλευρά του πλοίου μου» – έγραψε έπειτα ο Ναύαρχος. «Το νησί ήταν γεμάτο με τα βλήματα μας και λόγω του ισχυρού βομβαρδισμού όλες οι πυροβολαρχίες καταστράφηκαν». Την ίδια στιγμή στη ναυαρχίδα «Άγιος Παύλος» ακούστηκε το σήμα για το αποβατικό άγημα. Υπό την κάλυψη του πυροβολικού των πλοίων το αποβατικό άγημα εδραιώθηκε μεταξύ των πυροβολαρχιών του εχθρού και προχώρησε στη μέση του νησιού.

rudolf-baranov-icon-of-admiral-st-fyodor-ushakov-the-holy-warrior-2005-e1272488551621.jpg

Οι Τούρκοι, οι οποίοι αποτελούσαν μέρος του αποβατικού αγήματος, ήταν οργισμένοι με την πεισματική αντίσταση των Γάλλων, και άρχισαν να κόβουν τα κεφάλια όλων των αιχμάλωτων, που έπεφταν στα χέρια τους. Διαδραματίστηκαν βίαιες σκηνές, μια από τις οποίες περίγραψε ένας μάρτυρας: «οι αξιωματικοί και οι ναύτες μας έτρεξαν μετά τους Τούρκους. Οι Μουσουλμάνοι για κάθε κεφάλι λάμβαναν μερικά νομίσματα. Όταν οι δικοί μας κατάλαβαν, ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τη συμπεριφορά των Τούρκων, άρχισαν να εξαγοράζουν τους αιχμάλωτους με τα δικά τους χρήματα. Έχοντας παρατηρήσει, ότι μερικοί Τούρκοι στέκονταν γύρω από έναν νεαρό Γάλλο, ένας από τους αξιωματικούς μας έσπευσε προς αυτόν την ίδια στιγμή που ο καημένος ήδη έλυνε την γραβάτα του, έχοντας μπροστά στα μάτια του τον σάκο γεμάτο κομμένα κεφάλια των συμπατριωτών του. Ο αξιωματικός μας έμαθε, ότι για να εξαγοράσει τον καημένο, πρέπει να έχει μερικά νομίσματα. Όμως δεν είχε αρκετά χρήματα μαζί του, για αυτό έδωσε στους Τούρκους το ρολόι του. Έτσι το κεφάλι του Γάλλου έμεινε πάνω στους ώμους του…». Οι Τούρκοι ούτε φοβούνταν τις απειλές, ούτε ήθελαν να ακούνε τους Ρώσους. Τότε ο αρχηγός του ρώσικου αποβατικού αγήματος έδωσε την εντολή στους στρατιώτες του να περικυκλώσουν τους Γάλλους αιχμάλωτους. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αιχμάλωτοι σώθηκαν. Έπειτα ο Εγκόρ Μεταξά έγραψε: «οι Ρώσοι έδειξαν, ότι το αληθινό θάρρος συνδέεται πάντα με ανθρωπιά, ενώ η κάθε νίκη είναι στεφανωμένη με γενναιοδωρία και όχι σκληρότητα και κάθε στρατιώτης πρέπει να είναι Χριστιανός».

Στις δύο το απόγευμα οι Ρώσοι και οι Τούρκοι κατέλαβαν το Νησί του Βίδου. Την επόμενη μέρα στις 19 Φεβρουαρίου του 1799 κατέλαβαν και το φρούριο της Κέρκυρας. Ήταν η μέρα της μεγάλης γιορτής του Ναυάρχου Θεόδωρου Ουσακώφ, της γιορτής του στρατιωτικού ταλέντου και της σταθερής βούλησης του. Σε αυτό τον βοήθησαν η γενναιότητα και οι δεξιότητες των ναυτών του, η εμπιστοσύνη στον αρχηγό τους και η δική του εμπιστοσύνη στο αταλάντευτο θάρρος τους. Ήταν η γιορταστική μέρα του ρωσικού Ορθόδοξου πνεύματος και της αφοσίωσης στην πατρίδα.
Έχοντας μάθει για τη νίκη στην Κέρκυρα, ο μεγάλος Ρώσος στρατηλάτης Σουβόροβ είπε: «Ζήτω ο ρωσικός στόλος! Τώρα αναρωτιέμαι γιατί δεν ήμουν εκεί εκείνη τη στιγμή, έστω και ως αρχικελευστής;».
Την επόμενη μέρα στο πλοίο «Άγιος Παύλος» έφεραν τις γαλλικές σημαίες, τα κλειδιά και το έμβλημα του φρουρίου. Οι χαρούμενοι κάτοικοι του νησιού υποδέχτηκαν τον Ουσακώφ, ο οποίος πήγε αμέσως στην εκκλησία να ευχαριστήσει τον Θεό…
Στις 27 Μαρτίου, την πρώτη μέρα του Πάσχα, ο Ναύαρχος έκανε μεγάλη γιορτή για όλους. Οι κάτοικοι γλεντούσαν όλο το βράδυ.
Για τη νίκη στην Κέρκυρα, στον Θεόδωρο Ουσακώφ απονεμήθηκε ο βαθμός του Ναυάρχου. Ήταν το τελευταίο του βραβείο που έλαβε από τους αυτοκράτορες της Ρωσίας.
Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς ευχαρίστησε τον Θεό και συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα του. Στα απελευθερωμένα νησιά έπρεπε να δημιουργηθεί μια νέα μορφή κράτους. Ο Ναύαρχος Ουσακώφ, ως επίσημος αντιπρόσωπος της Ρωσίας, πιστός στις χριστιανικές του αρχές, κατάφερε να δημιουργήσει στα Ιόνια νησιά τέτοια μορφή κυβέρνησης, η οποία εξασφάλισε σε όλο τον λαό «την ειρήνη, τη γαλήνη και την ησυχία». Έτσι απευθύνθηκε στους κατοίκους των νησιών: «Άνθρωποι όλων των λαών και όλων των τάξεων, να σέβεστε τον προορισμό της ανθρωπότητας. Πρέπει να σταματήσουν οι διαφορές και να σωπάσει το πνεύμα της βεντέτας. Πρέπει να υπάρχει ειρήνη, τάξη και ομόνοια!…» Ο Θεόδωρος Ουσακώφ ήταν πιστός υπηρέτης του τσάρου και της πατρίδας του και πάντα υπερασπιζόταν τα συμφέροντα της Ρωσίας. Ταυτόχρονα όμως είχε μεγάλη καλοσύνη και ειλικρινή επιθυμία να δώσει στους Έλληνες, φίλους και συμμάχους των Ρώσων στον πόλεμο εναντίον των κακόβουλων Γάλλων, την ειρήνη και μια καλύτερη ζωή. Έτσι δημιουργήθηκε η Δημοκρατία των Επτανήσων, το πρώτο ελληνικό εθνικό κράτος της σύγχρονης εποχής. Ο Θεόδωρος Ουσακώφ απέδειξε ότι είναι διακεκριμένος γιος της Ρωσίας και αργότερα είπε, ότι είχε την ευτυχία να απελευθερώσει αυτά τα νησιά από τους εχθρούς και να δημιουργήσει μια νέα κυβέρνηση στην οποία κυριαρχεί η ειρήνη, η ομόνοια και η γαλήνη…
Όμως ταυτόχρονα ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς πέρασε μεγάλη ψυχική οδύνη. Κάποιοι Τούρκοι πολέμαρχοι θύμωσαν με τους αυστηρούς κανόνες του Ναυάρχου, ο οποίος απαγόρευε την ωμότητα και την ιεροσυλία των Τούρκων. Αυτοί οι πολέμαρχοι άρχισαν να συκοφαντούν τον Ουσακώφ και να τον κατηγορούν για λάθος απονομή των βραβείων μεταξύ των συμμάχων. 0 τίμιος Θεόδωρος Θεοδώροβιτς αναγκάστηκε να δικαιολογηθεί. Με θλίψη έγραφε: «ποτέ δεν με ενδιέφεραν χρήματα. Η βοήθεια που μου δίνει ο αυτοκράτορας και ο Σουλτάνος είναι αρκετή για να καλύψει τις μικρές μου ανάγκες. Δεν μένω μέσα σε πολυτέλεια, βοηθάω τους φτωχούς. Δεν ισχύει αυτό που λέει ο Καπετάν-Πασάς…». Διαβάζουμε σε ένα άλλο γράμμα: «όλοι οι θησαυροί του κόσμου δεν θα με κολακεύσουν, είμαι πιστός στον αυτοκράτορα και στην πατρίδα μου. Θεωρώ ότι ένα ρούβλι που μου έδωσε ο μονάρχης μου είναι πολύ πιο αξιότιμο παρά όλα τα μαύρα λεφτά του κόσμου».
Υπήρχε και ένας άλλος λόγος για τη ψυχική οδύνη του Ουσακώφ. Τα καλύτερα του χαρακτηριστικά ως πολεμιστή- χριστιανού, για παράδειγμα η ελεημοσύνη του προς τους αιχμαλώτους, πολλές φορές τέθηκε σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της κυβέρνησης. Πολύ συχνά ο Ναύαρχος λάμβανε μηνύματα με το εξής περιεχόμενο: «με όλο το σεβασμό για τη νίκη του ναυάρχου, ο αυτοκράτορας επιθυμεί να συγκρουστεί η Τουρκία με τη Γαλλία. Για αυτό οι Τούρκοι μπορούν να κάνουν ο, τι θέλουν με τους Γάλλους…Και οι Ρώσοι δεν πρέπει να ανησυχούν για αυτό…». Υπήρχαν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις!
Και, τέλος, η κατάσταση της ίδιας της ρωσικής ναυτικής μοίρας παρέμενε αρκετά δύσκολη επειδή ήταν αναγκασμένη να συνεχίζει τον πόλεμο με τους Γάλλους. Πρώτα απ» όλα η τροφή, την οποία οι Τούρκοι έστελναν από την Κωνσταντινούπολη, ήταν κακής ποιότητας και καθυστερούσε συνέχεια. Ο Ναύαρχος έγραφε, ότι «αυτή η κατάσταση με στενοχωρεί πάρα πολύ. Από όλη την αρχαία ιστορία δεν γνωρίζω και δεν βρίσκω παρόμοια περίπτωση, όταν κάποιος στόλος ήταν τόσο μακριά χωρίς προμήθειες, όπως είμαστε εμείς τώρα… Δε θέλουμε βραβεία, αλλά επιθυμούμε μόνο να μην αρρωσταίνουν και να μην πεθαίνουν από την πείνα οι ναύτες μας». Αυτά τα λόγια του, γεμάτα θλίψη και σύγχυση, αξίζουν πολλά. Τότε τι βοήθησε τους Ρώσους ναύτες να περάσουν τόσες δοκιμασίες; Φυσικά, τους βοήθησε το Ορθόδοξο πνεύμα τους, η αφοσίωση στον αυτοκράτορα και στην πατρίδα καθώς και το μεγάλο παράδειγμα του αρχηγού τους και η μεγάλη αγάπη για αυτόν. Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς πάντα μάθαινε τους αξιωματικούς του να θυμούνται έναν απαράβατο κανόνα: ο αρχηγός του πλοίου πάντα θεωρείται προστάτης των άλλων και πατέρας όλου του πληρώματος.
Και όμως η αποστολή του στη Μεσόγειο δεν ολοκληρώθηκε τότε. Στην βόρεια Ιταλία οι Ρώσοι, υπό την ηγεσία του διακεκριμένου Σουβόροβ, προσπαθούσαν να καταστρέψουν τον «ανίκητο» γαλλικό στρατό.
Ο Σουβόροβ ζήτησε από τον Ναύαρχο Ουσακώφ να τον υποστηρίξει από τον νότο. Έτσι, σε στενή συνεργασία, και οι δύο πολεμούσαν τους Γάλλους δημοκράτες στην ξηρά και στη θάλασσα. Οι δύο μεγάλοι γιοι της Ρωσίας έδειξαν σε όλο τον κόσμο τι θα πει η ρωσική στρατιωτική τέχνη.
Τα πλοία που κινούνταν γρήγορα σε όλη την Αδριατική και κατά μήκος των νότιο-δυτικών ακτών της Ιταλίας, προκαλούσαν πανικό στους Γάλλους. Όμως ακόμα και τότε υπήρχαν δολοπλοκίες, αυτή τη φορά από τους Άγγλους. Ο διάσημος Υποναύαρχος τους, Οράτιος Νέλσον, προσπαθούσε να ενοχλεί τον Ουσακώφ με όλους τους δυνατούς τρόπους. Η δόξα του Ρώσου Ναυάρχου εκνεύριζε τον Νέλσον. Αλληλογραφώντας με τους φίλους του, έγραφε ότι ο Ουσακώφ «φέρεται με τόσο υψηλό ύφος που τον σιχαίνεται». Η ήρεμη ευγένεια του Ρώσου Ναύαρχου εκνεύριζε τον Νέλσον: «πίσω από την ευγενική του εμφάνιση κρύβεται μια αρκούδα…» Και με πλήρη ειλικρίνεια έγραφε: «μισώ τους Ρώσους…» Αυτό αισθανόταν και ο ίδιος ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς: «η ζήλια με πλημμύρισε στην Κέρκυρα…Ποιος είναι ο λόγος; Δεν ξέρω…». Εν τω μεταξύ οι Ρώσοι ναύτες και στρατιώτες κατέλαβαν την πόλη Μπάρι, όπου παρακολούθησαν την λειτουργία-ευχαριστία δίπλα στα λείψανα του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού. Έπειτα κατέλαβαν τη Νάπολη και στις 30 Σεπτεμβρίου μπήκαν στη Ρώμη. Ο υπουργός της Νάπολης, Μισούρου, με μεγάλη έκπληξη έγραψε στο Ναυάρχο Ουσακώφ: «Εντός 20 ημερών ένας μικρός ρωσικός στρατός επέστρεψε στο κράτος μου τα δύο τρίτα του Βασίλειου. Έχουν αναγκάσει τους κατοίκους να τους λατρεύουν… Μόνο ο ρωσικός στρατός μπορούσε να κάνει τέτοιο θαύμα. Τι θάρρος! Τι πειθαρχία! Τι ευγενική συμπεριφορά! Εδώ τους λατρεύουν και η ανάμνηση των Ρώσων θα μείνει για πάντα στην πατρίδα μας».
Στο μέλλον τους περίμενε ακόμα η κατάληψη της Μάλτας. Ομως στο τέλος του 1799 ο Ναύαρχος έλαβε εντολή από τον αυτοκράτορα Παύλο Α΄ για τον γυρισμό της ναυτικής του μοίρας στην πατρίδα, στην Σεβαστούπολη…

icon-of-admiral-st-fyodor-ushakov-the-holy-warrior-4-e1272492875871.jpg

Έμεινε ακόμα λίγο χρόνο στην Κέρκυρα ενώ προετοίμαζε τη μοίρα του για το μακρινό ταξίδι, ασχολούμενος με τις υποθέσεις των ντόπιων κατοίκων του νησιού και αποχαιρετώντας τα Επτάνησα. Ο Ουσακώφ αγάπησε τους Έλληνες, ενώ εκείνοι έβλεπαν σε αυτόν έναν φίλο και απελευθερωτή. «Συνέχεια ακούω να παρακαλάει και να παραπονιέται ο λαός και, κυρίως, οι φτωχοί άνθρωποι που ούτε φαγητό δεν έχουν…». Ο Ναύαρχος πάντα βοηθούσε τον λαό να αποκτήσει μια καλύτερη ζωή. Για αυτό τον λόγο οι κάτοικοι των Επτανήσων αποχαιρέτησαν τον Ναύαρχο Ουσακώφ και τους ναύτες του με μάτια γεμάτα δάκρια. Τους ευχαριστούσαν και ευλογούσαν συνέχεια. Η γερουσία της Κέρκυρας τον αποκάλεσε «απελευθερωτή και πατέρα του». «Ο Ναύαρχος Ουσακώφ απελευθέρωσε ηρωικά τα νησιά και κατάφερε να δημιουργήσει την καινούργια μορφή διακυβέρνησης». Οι κάτοικοι της Κέρκυρας χάρισαν στον Ρώσο Ναύαρχο ένα χρυσό σπαθί με πολλά διαμάντια και με την επιγραφή: «από το νησί Κέρκυρα στον Ναύαρχο Ουσακώφ». Πάνω στο χρυσό μετάλλιο που του χάρισαν οι κάτοικοι της Ιθάκης ήταν η επιγραφή: «στον Θεόδωρο Ουσακώφ, τον αρχηγό ναυτικών δυνάμεων της Ρωσίας και τον γενναίο απελευθερωτή της Ιθάκης». Εξίσου αξιότιμα αναμνηστικά βραβεία υπήρχαν και από τα άλλα νησιά. Όμως ο ναύαρχος γνώριζε πλέον πάρα πολύ καλά τη φύση της υψηλής πολιτικής και για αυτό αναχώρησε από τα Ιόνια νησιά με μια αίσθηση ανησυχίας για το μέλλον τους. Είχε μεγάλο βάρος στην καρδιά του…

Στις 26 Οκτωβρίου του 1800 η ναυτική μοίρα του Ναυάρχου Ουσακώφ μπήκε στον κόλπο της Σεβαστούπολης.
Τη νύχτα, στις 11 Μαρτίου του 1801, ο αυτοκράτορας Παύλος Α δολοφονήθηκε από συνωμότες. Στον ρωσικό θρόνο ανέβηκε ο γιος του, Αλέξανδρος Α΄. Η πολιτική της Ρωσίας άλλαζε πορεία. Σύντομα ο Ναύαρχος Ουσακώφ πήρε μετάθεση στην Αγία Πετρούπολη. Τώρα στην αυτοκρατορική αυλή κυριάρχησε η γνώμη περί αχρηστίας του μεγάλου στόλου, αφού η Ρωσία μια κυρίως χερσαία χώρα. Ο τότε υπουργός ναυτιλίας ισχυρίζονταν ότι «ο στόλος είναι η επιβαρυντική πολυτέλεια» και ένας άλλος υπεύθυνος του Υπουργείου Ναυτιλίας έγραφε: «Η Ρωσία δεν πρέπει να είναι πρώτη στη ναυτιλία, επειδή δεν υπάρχει καμιά ανάγκη ούτε χρησιμότητα σε αυτό». Το 1804 Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς έγραψε μια πολύ λεπτομερή αναφορά για την υπηρεσία του στον ρωσικό στόλο. Σε αυτή την αναφορά συνόψισε τη δραστηριότητα του: «Δόξα τω Θεώ, σε όλη τη διάρκεια των πολλαπλών μαχών με τους εχθρούς μας, όταν ήμουν αρχηγός του ρωσικού στόλου, κανένα πλοίο δεν χάθηκε και κανένας άνθρωπος δεν αιχμαλωτίστηκε».
Με το πέρασμα του χρόνου οι ασθένειες του γίνονταν πιο σοβαρές και η ψυχή του πονούσε πιο συχνά. Όμως ο Ναύαρχος δε ξεχνούσε να φροντίζει τους δικούς του ανθρώπους. Στο σπίτι του πάντα ερχόταν κόσμος να ζητήσει βοήθεια. Σε κάποιους έδινε χρήματα και ρούχα, για τους άλλους, τους πιο φτωχούς, ζητούσε βοήθεια από τους πλούσιους γνωστούς του. Για παράδειγμα, αλληλογραφούσε με έναν ξακουστό φιλάνθρωπο, Π. Σερεμέτεβ, ο οποίος έχτισε το «Στραννοπρίμνι» κτίριο στη Μόσχα προς τιμήν της μακαρίτισσας γυναίκας του. Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς ζητούσε πολλές φορές βοήθεια από αυτόν: «Γνωρίζοντας την καλοσύνη σας, σας στέλνω δύο σελίδες που μου έστειλαν από μια μακρινή περιοχή και ζητάω την άδεια σας να χτιστούν σπίτια για τους ανάπηρους και άρρωστους, καθώς και μια εκκλησία. Τώρα τους έχω στο σπίτι μου, τους ταΐζω και τους ντύνω». Εκτός από αυτό ο Ουσακώφ συντηρούσε τους ορφανούς ανηψιούς του.
Συνέχιζε να υπηρετεί ως αρχηγός του Βαλτικού στόλου, καθώς και στη Ναυτική διοίκηση της Αγίας Πετρούπολης. Επίσης ήταν μέλος της εξεταστικής επιτροπής στη Ναυτική Σχολή. Ο Θεόδωρος Ουσακώφ εκτελούσε αυτά τα καθήκοντα με μεγάλη επιμέλεια. Με πόνο παρακολουθούσε τα γεγονότα που συνέβαιναν στην Ευρώπη. Τότε είναι που θα ολοκληρωθεί ένα από τα τελευταία στάδια του Γάλλο-Ρωσικού πολέμου, θα υπογραφεί η Συνθήκη του Τιλσίτ, ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Α’ θα γίνει σύμμαχος του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και τα Ιόνια Νησιά θα δοθούν στα χέρια των «μοχθηρών» Γάλλων. Όλα αυτά περίμεναν στο μέλλον τον Θεοδώρου Θεοντόροβιτς.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1806 υπέβαλλε στον αυτοκράτορα την αίτηση παραίτησης και έγραψε: «Μόνο ο θεός ξέρει τα συναισθήματα της ψυχής μου και τη θλίψη, που εξάντλησε τις δυνάμεις και την υγεία μου – και ας είναι η θέληση του θεού για την παραίτησή μου. Τα πάντα, που έχουν συμβεί σ’ εμένα, τα αποδέχομαι με βαθύτατη ευλάβεια…». Αυτές οι λέξεις, που στεφανώνουν το πολεμικό κατόρθωμα της περίφημης και κοπιαστικής υπηρεσίας για τι καλό του λαού, δείχνουν, ότι ο ανίκητος Ναύαρχος είχε στην ψυχή του ταπεινότητα και υπακοή στο θέλημα του Θεού και ήταν ευγνώμων στον Θεό για όλα που του είχαν συμβεί. Τέτοια συναισθήματα ήταν αληθινά χριστιανικά.
Έχοντας ολοκληρώσει την υπηρεσία του, έζησε για λίγο στην Αγία Πετρούπολη, συνεχίζοντας να φροντίζει τα ανήψια του. Ταυτόχρονα ετοιμαζόταν να μετακομίσει στο μέρος που θα έμενε μέχρι τον θάνατο του. Είχε μερικά μικρά χτήματα στην πατρική του περιοχή του Γιαροσλάβλ και ένα χωράφι κοντά στη Σεβαστούπολη.
Η ψυχή του Ναυάρχου, η οποία βρήκε τον Θεό ήδη από τη βρεφική ηλικία, ζητούσε ειρήνη, μοναξιά και προσευχή. Έτσι, ο Ναύαρχος πήρε απόφαση, γεμάτη βαθύ νόημα: διάλεξε ένα ήσυχο χωριό να μείνει, Αλεκσέιεβκα, που βρίσκεται στην περιοχή της πόλης Τέμνικοβ. Εκεί δίπλα βρίσκεται το μοναστήρι της Γέννησης της Θεοτόκου. Εδώ στα χρόνια των πολεμικών του κατορθωμάτων ο θείος του, αιδεσιμότατος Θεόδωρος, προσευχόταν για αυτόν. Αναμφίβολα, η επικοινωνία τους μέσω της προσευχής δεν σταμάτησε ποτέ. Γι’αυτό και ήθελε να βρεθεί στο μοναστήρι η ψυχή του ναυάρχου. Εδώ πέθανε και έφυγε στον Θεό ο κοντινότερος άνθρωπος του. Μοναχός και ναυτικός – και οι δύο ήταν στρατιώτες του Χριστού, και οι δύο έκαναν το ίδιο πράγμα: υπηρετούσαν τον Θεό με εξαιρετική πίστη.
Υπάρχει μαρτυρία του ηγουμένου του μοναστηρίου, ιερομονάχου Ναθαναήλ, για την τελευταία περίοδο της γήινης ζωής του Θεοδώρου Θεοδώροβιτς Ουσακώφ: «Ο Ναύαρχος, γείτονας και γνωστός φιλάνθρωπος του μοναστηρίου στο Σανακσάρ, ζούσε μοναχός στο δικό του σπίτι στο χωριό Αλεκσέιεβκα που βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων βέρστια από το μοναστήρι. Κάθε Κυριακή και στις γιορτές ερχόταν στο μοναστήρι για τη θεία λειτουργία. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, ολόκληρη την εβδομάδα έμενε στο μοναστήρι, σε κελί, νηστεύοντας, ετοιμαζόμενος για την Αγία Μετάληψη. Μερικές φορές έδινε χρήματα στο μοναστήρι και πάντα έδειχνε ελεημοσύνη στους φτωχούς».
Σύμφωνα με τον ιερομόναχο Ναθαναήλ, τις υπόλοιπες μέρες της ζωής του ο Ναύαρχος πέρασε «πολύ λιτά και η ζωή του τελείωσε στις 2 Δεκεμβρίου του 1817, όπως πρέπει να αναπαύεται εν Κυρίω κάθε αληθινός χριστιανός και πιστός γιός της ιερής εκκλησίας. Κατά την βούληση του, θάφτηκε στο μοναστήρι κοντά στον συγγενή του, που ονομαζόταν επίσης Θεόδωρος Ουσακώφ».
Ο αρχιερέας Ασίνκριτ Ιβανόβ έψαλλε τον Θεόδωρο Θεοδώροβιτς στην Εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πόλη του Τέμνικοβ. Αυτός ήταν ο εξομολόγος του Ναυάρχου μια μέρα πριν τον θάνατο του, την ημέρα της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου. Πολλοί άνθρωποι συνόδευσαν το φέρετρο με τον μακαρίτη Ναύαρχο και, όταν έπρεπε να το θέσουν στο κάρο, ο κόσμος δεν συμφώνησε και συνέχισε να προχωράει κρατώντας το στα χέρια μέχρι την εκκλησία. Εκεί οι μοναχοί του μοναστηρίου συνάντησαν τον πιστό ευγενή. Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς θάφτηκε κοντά στο τοίχο του καθεδρικού ναού δίπλα στο συγγενή του. Ετσι θα είναι μαζί για πάντα.
Πέρασαν περίπου δύο αιώνες μετά το χριστιανικό θάνατο του Θεοδώρου Θεοδώροβιτς Ουσακώφ. Στην πατρίδα του δεν ξέχασαν τη χριστιανική, εξαιρετικά πνευματική ζωή του και τις αρετές του. Ρώσοι στρατιώτες, ναυτικοί αρχηγοί και ο ορθόδοξος ρωσικός στρατός τηρούσαν τις αρχές του.
Οταν ήρθαν οι μέρες των διωγμών της ορθόδοξης ρωσικής εκκλησίας, το μοναστήρι στο Σανακσάρ, που ήταν θαμμένος ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς, έκλεισε. Το εκκλησάκι, που είχε χτισθεί πάνω στον τάφο του Ναυάρχου, καταστράφηκε εντελώς και τα λείψανά του βεβηλώθηκαν από τους άθεους.

Την περίοδο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου των 1941-1945 η μνήμη της στρατιωτικής δόξας του Θεόδωρου Θεοδώροβιτς Ουσακώφ και των άλλων κόμηδων- στρατιωτικών, Αλέξανδρο Νιέφσκι και Δημητρίου Ντονσκόι, ενέπνευσε τους προστάτες της πατρίδας τους για νέα κατορθώματα. Τότε καθιερώθηκε το πολεμικό παράσημο του Ναυάρχου Ουσακώφ, που έγινε το υψηλότερο πολεμικό βραβείο ναυτικών.

w_3181_1.JPG

Την ίδια χρονιά, το 1944, τέθηκε το ζήτημα για το μέρος του ενταφιασμού του Ναυάρχου Ουσακώφ. Συστήθηκε κρατική επιτροπή, η οποία πραγματοποίησε τις ανασκαφές στο έδαφος του μοναστηρίου στο Σανακσάρ και το άνοιγμα του τάφου του Ναυάρχου Ουσακώφ κοντά στο τοίχο του καθεδρικού ναού. Τα τίμια λείψανα του Θεοδώρου Θεοδώροβιτς εμφανίστηκαν άφθαρτα και αυτό το γεγονός το σημείωσαν στο αντίστοιχο έγγραφο της επιτροπής. Από τότε ο τάφος του Θεοδώρου Ουσακώφ και στη συνέχεια όλο το μοναστήρι Σανακσάρ βρίσκονται υπό την εποπτεία του κράτους. Και έτσι δεν επετράπηκε η καταστροφή της Μονής, που την τιμούσε ο δίκαιος Ουσακώφ.
Το 1991 η Μονή Σανκσάρ επιστράφηκε στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η τιμή του δικαίου Ουσακώφ αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Στον τάφο του τελείται το μνημόσυνο του και πλήθος των προσκυνητών (κληρικοί, μοναχοί, ευσεβείς κοσμικοί, μεταξύ των οποίων μπορεί να δει κανείς και ναύτες) έρχονται να προσκυνήσουν τον Θεόδωρο Θεοδωρόβιτς Ουσακώφ, που ήταν πρόθυμος υπηρέτης στην πατρίδα του και σε όλο τον λαό του Θεού και που έδειξε ένα μεγάλο παράδειγμα της στρατιωτικής ανδρείας, ευσπλαγχνίας και χριστιανικής ευλάβειας.
Η μνήμη του τιμάται 5 Αυγούστου και 15 Οκτωβρίου με το νέο ημερολόγιο.
Πρόσφατα μάλιστα, όπως αναφέρει η Ρομφαία (www.romfea.gr) η μνήμη του ναύαρχου Ουσακώφ, τιμήθηκε και από τους Έλληνες.
Το σημαντικό γεγονός πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012, στο Ρωσικό Πολεμικό Μεταγωγικό »Novocherkassk», με πρωτοβουλία της Ρωσικής Πρεσβείας στην Αθήνα.

Συγκεκριμένα ο Αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Αλευράς από την περίφημη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων στο Άγιον Όρος, προσκλήθηκε ως Πρόεδρος της «ΕΛΑΙΑΣ ΑΜΚΕ» η οποία ασχολείται με την επανέκδοση των επιστολών του Ιωάννη Καποδίστρια, να προσφέρουν μια εικόνα του Αγίου Θεοδώρου Ουζακώφ στον Κυβερνήτη του Μεταγωγικού κ. Βλαντιμίρ Μπόλσουν.
Να σημειωθεί ότι ο Άγιος Θεόδωρος Ουζακώφ είναι προστάτης του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας, ενώ η παράδοση της εικόνας έγινε παρουσία του πρώτου γραμματέα της Πρεσβείας κ. Αντών Ζάνιν.

Ο Αρχιμ. Γεώργιος μετά την παράδοση της εικόνας, σε δηλώσεις του αναφέρθηκε στο έργο της «ΕΛΑΙΑΣ» και τις ελληνορωσικές σχέσεις .
Επίσης έκανε αναφορά στις σχέση του Ιωάννη Καποδίστρια με τον Άγιο Θεόδωρο Ουζακώφ, και συγκεκριμένα στην προσφορά της Ρωσίας για την ανεξαρτησία της επτανήσου πολιτείας το 1799 – 1800.
Πρωταγωνιστής τότε υπήρξε ο Ναύαρχος Θεόδωρος Ουζακώφ, ο οποίος μετά 212 τιμήθηκε μ΄ αυτόν τον τρόπο από την »ΕΛΑΙΑ ΑΜΚΕ».

Πηγή: vatopedi.gr

Περιοδικό Ορντέν, 2012,

Ελληνική Έκδοση, σ. 63-67.

Osios_Theodoros_Ushakov11.jpgrudolf-baranov-icon-of-admiral-st-fyodor-ushakov-the-holy-warrior-2005-e1272488551621.jpg

w_3181_1.JPG