בלדכילדיס הקדושה ╰⊰¸¸.•¨* Eastern Orthodox Christian Church: The Life of Saint Bathildis in Hebrew language

http://franceofmyheart.wordpress.com

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

FRANCE OF MY HEART

alport3.jpg

30_jan_bathildis_regent_of_france.jpg

3439026616688872720-account_id=209.jpg

(+680) St Bathlildis בלדכילדיס הקדושה

בינואר 30

(Saint Bathlildis) בלדכילדיס הקדושה

בלדכילדיס או בלדתילד (Baldechildis וגם Balthild‏, Bathilda‏, Baudour או Bauthieult;‏ נולדה ב-626 לערך – נפטרה ב-30 בינואר 680) הייתה אשתו של כלוביס השני מלך נויסטריה ובורגונדיה.

שתי המסורות מציגות אותה כבת העלית האנגלו סקסית, ייתכן שהייתה קרובת משפחה של ריקברט, מלך ממלכת מזרח אנגליה, המלך הפגאני האחרון שם. אחרי שריקברט הודח מכס השלטון על ידי סיגיברט נמכרה בלדכילדיס לעבדות. היא הגיעה, עדיין כנערה צעירה, למשק הבית של ארכינולד (Erkinoald), שהיה המיורדומוס בנויסטריה, תחת כלוביס השני.

על פי ה-Vita Sanctae Bathildis, בלדכילדיס הייתה נערה יפה, חכמה, צנועה וקשובה לצרכיהם של אחרים. ארכינולד, שאשתו נפטרה, נמשך לשפחה ורצה להנשא לה. בלדכילדיס שלא רצתה להינשא לו התחבאה עד שהוא נישא בשנית. בשלב זה הבחין בה המלך כלוביס עצמו וביקש את ידה בשנת 649. על פי המסופר הייתה בת 19 בהינשאה לכלוביס והוא עצמו היה, לפי הגרסאות השונות, בין גיל 12 ל-16.

לפי המקורות, גם כמלכה נשארה צנועה וחסודה והתפרסמה בזכות תרומותיה הנדיבות ומעשי הצדקה שלה. בין תרומותיה היו מנזר קורבי (וכן מענק קיום שנתי עבורו מתוך המסים שנאספו בעיר פוס) ומנזר של (Chelles). היא תמכה גם בקדוש קלאודיוס ובמנזר שלו.

נולדו לה שלושה בנים שהפכו למלכים: כילדריך, כלותאר ותאודריק.

לאחר שנפטר בעלה, ככל הנראה בין השנים 655 ל-658 (התאריך המדויק אינו ידוע) ירש אותו בנה בן ה-5, כלותאר השלישי והיא הפכה לעוצרת בשמו עד הגיעו לגיל בגרות בשנת 664. כמלכה הייתה מדינאית מיומנת, ביטלה את המנהג של מסחר בעבדים נוצרים ואף ביקשה את שחרורם של ילדים שנמכרו לעבדות. על פי הסיפור, כאשר שלושת בניה הגיעו לגיל מתאים וקיבלו כל אחד נחלה (כלותאר בנויסטריה, כילדריק באוסטרזיה ותיאודוריך כנראה בבורגונדי) ויתרה בלדכילדיס על סמכויות השלטון ועל תוארה והצטרפה (או אולצה להצטרף) למנזר. את שארית חייה הקדישה כדי לשרת את העניים וחולים.

בלדכילדיס נקברה במנזר אותו הקימה, מנזר של מחוץ לפריז. הגיוגרפיה עליה (Vita Baldechildis) נכתבה זמן קצר לאחר מותה, כנראה בקהילת של. בדומה להגוגיורפיות אחרות על קדושים מהשושלת המרובינגית, גם הגיוגרפיה זו מספקת מספר עובדות היסטוריות. פולחן קדושים שלה החל בשנת 833 כאשר שרידיה הועברו מהמנזר הישן לכנסייה חדשה שנבנתה. בלדכילדיס הוכרזה כקדושה כ-200 שנה אחרי מותה על ידי האפיפיור ניקולאס הראשון.

בחקר היסטורי, למרות שההגיוגרפיה שלה מדגישה את צניעותה כשפחה, בהקשר של תרבות המאה השביעית נראה כי בלדכילדיס הייתה פילגש שהעניק ארכינולד כמתנה לכלוביס.

Source:

Wikipedia

38edb8d6b89de32893c68eb5decd68a3.jpg

בלדכילדיס הקדושה

Paris_Jardins_Luxembourg_Sainte_Bathilde_2014.jpg

1714.jpg

saint-bathildes-queen.jpg

200px-Saint_Bathild.jpg

8023650873748345664-account_id=206.jpg

6156170985218784257-account_id=206.jpg

Advertisements

Saint Bathildis, Queen of France & Nun of Chelles in France, from England (+680) – January 30

http://franceofmyheart.wordpress.com

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

FRANCE OF MY HEART

Lake-District-Conde-Nast-Traveller-26Sept13-Alamy_b_646x430.jpg

30_jan_bathildis_regent_of_france.jpg

3439026616688872720-account_id=209.jpg

Saint Bathildis,

Queen of France & Nun of Chelles in France, from England (+680)

January 30

Saint Balthild of Ascania (Old English: Bealdhild, ‘bold sword’ or ‘bold spear; around 626 – January 30, 680), also called Bathilda, Baudour, or Bauthieult, was the wife and queen of Clovis II, the king of Burgundy and Neustria (639–658).

Saint Balthild was sold into slavery as a young girl and served in the household of Erchinoald, the mayor of the palace of Neustria to Clovis.

Saint Balthild was born circa 626–627. She was beautiful, intelligent, modest and attentive to the needs of others. Erchinoald, whose wife had died, was attracted to Balthild and wanted to marry her, but she did not want to marry him. She hid herself away and waited until Erchinoald had remarried. Later, possibly because of Erchinoald, Clovis noticed her and asked for her hand in marriage.

Even as queen, Saint Balthild remained humble and modest. She is famous for her charitable service and generous donations. From her donations, the abbeys of Corbie and Chelles were founded: it is likely that others such as Jumièges, Jouarre and Luxeuil were also founded by the queen. She provided support for Saint Claudius of Besançon and his abbey in the Jura Mountains.

Saint Balthild bore Clovis three children, all of whom became kings: Clotaire, Childeric and Theuderic.

When Clovis died (between 655 and 658), his eldest son Clotaire succeeded to the throne, aged five. His mother St Balthild acted as the queen regent. As queen, she was a capable stateswoman. She abolished the practice of trading Christian slaves and strove to free children who had been sold into slavery. This claim is corroborated by Jane Tibbetts Schulenburg, who mentions that St Balthild and Saint Eloi (who was also known as Eligius, according to Dado) “worked together on their favorite charity, the buying and freeing of slaves”. After her three sons reached adulthood and had become established in their respective territories (Clotaire in Neustria, Childeric in Austrasia, and Theuderic in Burgundy), St Balthild withdrew to her favourite Abbey of Chelles near Paris.

Saint Balthild died on January 30, 680, and was buried at the Abbey of Chelles, east of Paris. Saint Balthild was canonised by Pope Nicholas I, around 200 years after her death.

Source:

Wikipedia

38edb8d6b89de32893c68eb5decd68a3.jpg

St Bathildis

Paris_Jardins_Luxembourg_Sainte_Bathilde_2014.jpg

1714.jpg

saint-bathildes-queen.jpg

200px-Saint_Bathild.jpg

8023650873748345664-account_id=206.jpg

Saints of France

6156170985218784257-account_id=206.jpg

St Balthidis

Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) η Αγγλίδα, βασίλισσα Γαλλίας & Μοναχή στη Μονή του Chelles Γαλλίας (+680) – 30 Ιανουαρίου

http://franceofmyheart.wordpress.com

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

FRANCE OF MY HEART

115719__sky-clouds-hills-sheep-fence-summer-england_p.jpg

30_jan_bathildis_regent_of_france.jpg

3439026616688872720-account_id=209.jpg

Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) βασίλισσα Γαλλίας

& Μοναχή στη Μονή του Chelles Γαλλίας, από Αγγλία (+680)

30 Ιανουαρίου

Η Αγία Βαθίλδις (St Bathildis), είναι μία Ορθόδοξη Αγία η οποία από σκλάβα έγινε βασίλισσα. Γεννήθηκε στην Αγγλία το 626 και το όνομά της σημαίνει “τολμηρό σπαθί” ή “τολμηρό δόρυ”. Oνομάζεται επίσης Bathilda, Baudour, ή Bauthieult.

Σε νεαρή ηλικία αιχμαλωτίσθηκε και πουλήθηκε ως σκλάβα στη Γαλλία, στο πάλατι του πλούσιου Erchinoald.

Ο Erchinoald, του οποίου η γυναίκα είχε πεθάνει, προσελκύσε την Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) και ήθελε να την παντρευτεί, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Έτσι η Αγία κρυβόταν όσο μπορούσε μέχρι να παντρευτεί ο Erchinoald κάποια άλλη. Αργότερα, πιθανώς λόγω του Erchinoald, ο βασιλιάς της Γαλλίας Clovis παρατήρησε την Αγία και ζήτησε το χέρι της σε γάμο.

Και από σκλάβα έγινε βασίλισσα!

Η Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) ήταν όμορφη, έξυπνη, μετριοφρων και πάντα προσεκτική στις ανάγκες των άλλων. Ακόμη και ως βασίλισσα παρέμεινε ταπεινή και μετριόφρων. Έκανε πολλές ελεημοσύνες σε φτωχούς, φιλανθρωπίες και γενναιόδωρες δωρεές για την ίδρυση Ορθοδόξων Ιερών Μονών. Από τις δωρεές της, ιδρύθηκαν οι Μονές του Corbie, του Chelles όπως και οι Μονές των πόλεων Jumièges, Jouarre και Luxeuil της Γαλλίας. Επίσης βοήθησε στις ανάγκες και στη στερέωση άλλων Όρθοδόξων Μονών της Γαλλίας.

Η Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) και ο βασιλιάς Clovis έκαναν τρία παιδιά, τα οποία έγιναν οι βασιλιάδες Clotaire, Childeric και Theuderic.

Όταν ο βασιλιάς Clovis πέθανε (μεταξύ 655 και 658), ο μεγαλύτερος γιος του Clotaire τον διαδέχθηκε στο θρόνο σε ηλικία πέντε ετών. Η μητέρα του Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) ήταν βασίλισσα μέχρι να ενηλικιωθεί ο γιός της. Ως βασίλισσα ήταν πολύ δίκαιη.

Επίσης η Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) μαζί με τον Άγιο Eloi, γνωστός και ως Άγιος Ελίγιος (St Eligius) αγόραζε σκλάβους και τους ελευθέρωνε. Πολλοί από τους σκλάβους που αγόραζε και ελευθέρωνε ήταν Χριστιανοί και παιδιά.

Όταν ενηλικιώθηκαν οι τρεις γιοί της και έγιναν βασιλιάδες ο καθένας στο έδαφός τους, (ο Clotaire βασιλιάς Νευστρίας, ο Childeric βασιλιάς Αυστρασίας και Theuderic βασιλιάς Βουργουνδίας της Γαλλίας), η Αγία Βαθίλδις (St Bathildis) αποσύρθηκε στην αγαπημένη Μονή της στο Chelles κοντά στο Παρίσι και έγινε Μοναχή.

Κοιμήθηκε οσιακά στις 30 Ιανουαρίου του 680. Θάφτηκε στη Μονή του Chelles, ανατολικά του Παρισιού. Ο βίος της γράφτηκε αμέσως μετά το θάνατό της και ανακηρύχθηκε επίσημα ως Αγία από τον Ορθόδοξο Πάπα Ρώμης Νικόλαο Α´ περίπου το 880, διακόσια χρόνια μετά την κοίμησή της.

Πηγή πληροφοριών:

Wikipedia

Επιμέλεια:

http://gkiouzelis.wordpress.com

Orthodox Heart Sites

38edb8d6b89de32893c68eb5decd68a3.jpg

Αγία Βαθίλδις (St Balthidis)

Paris_Jardins_Luxembourg_Sainte_Bathilde_2014.jpg

1714.jpg

saint-bathildes-queen.jpg

200px-Saint_Bathild.jpg

8023650873748345664-account_id=206.jpg

Σύναξη των Αγίων της Γαλλίας

6156170985218784257-account_id=206.jpg

Αγία Βαθίλδις (St Balthidis)

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ένας αγιασμένος ιερέας στον Πλάτανο Τρικάλων (+1975) – 29 Ιανουαρίου

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

& ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

CxlYQZ0UoAAVQ6D.jpg

gagastathis.jpg

277056-PAPADHMHTRHS GKAGKASTATHS.jpg

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης,

Πρεσβύτερος στόν Πλάτανο Τρικάλων (29/1, +1975) [Κοίμηση]

29 Ιανουαρίου

Ο παπά – Δημήτρης γεννήθηκε το 1902 στον Πλάτανο Τρικάλων, χωριό που για 42 ολόκληρα χρόνια, (1931-1973) υπηρέτησε ως εφημέριος «ελλαμπόμενος από τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος». Και εκεί στις 29 Ιανουαρίου, 1975, «εξήχθη εις αναψυχήν, συναντήσας το Φως της ζωής». Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να πάρει μόρφωση και μικρός έγινε τσοπανόπουλο. Βόσκοντας, όμως, τα πρόβατα, άρχισε να έχει τις πρώτες πνευματικές εμπειρίες. Γράφει ο ίδιος: “Για να ενδυναμώσω την πίστη μου διάβαζα στην καλύβα μου βίους Αγίων. Απέφευγα τις συναναστροφές του κόσμου.

Επί τούτου επήγαινα στις πιο βαθιές χαράδρες και προσευχόμουν. Πολλά βράδυα έρχονταν δαίμονες (…) για να με εξοντώσουν αλλά οι Αρχάγγελοι δεν τους επέτρεπαν και έφευγαν άπρακτοι”. Σε ηλικία 19 ετών κατατάχθηκε στην Χωροφυλακή. Πριν φύγει από το χωριό πέρασε από τους προστάτες του Αρχαγγέλους. “Τους προσκύνησα και τους παρακάλεσα: Με καλεί η πατρίδα να πηγαίνω. Σας θέλω να με ενισχύσετε, να με βοηθήσετε και να έλθω πάλιν σώος και αβλαβής, όπως φεύγω τώρα”. Πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, οι προστάτες του Αρχάγγελοι τον έσωσαν θαυματουργικώς πολλές φορές. Γράφει ο παπα-Δημήτρης:

“Έφθασα στην Σμύρνη Σάββατο, την ώρα που κτυπούσαν οι καμπάνες. Τι συγκινητικόν ήτο! Αργά την νύκτα έρχεται και πάλιν ο γέρων (εννοεί τον Αρχάγγελο) και μου λέγει: να (…) πας εις το δεύτερο λιμάνι. Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, να μπεις εις το πλοίον και θα βγείς εις την Χίον. Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβείσαι. Έτσι και έγινε. Βγήκα εις την Χίο και έπειτα στην Αθήνα. Από την Αθήνα με έστειλαν εις την Κομοτηνή. Εκεί τακτικά εκκλησιαζόμουν και έμαθον και την ψαλτική. Γυρίζοντας από το στρατιωτικό εγράφηκα εις άλλο Δημοτικό Σχολείο και πήρα απολυτήριον έκτης Δημοτικού, για να γίνω Ιερεύς. Την 24ην Μαΐου 1931 έγινα Διάκονος και εις τας 26 του ιδίου μηνός έγινα Ιερεύς”. Τότε άρχισε η θαυμαστή ποιμαντική, ασκητική, ιερατική, εθνική και κοινωνική ζωή του παπα-Δημήτρη. Ως πατέρας (εννέα παιδιών μάλιστα), ιερεύς και ποιμένας, πονούσε με αγάπη ολόκληρο το ποίμνιο του, ολόκληρο το χωριό του. Είχε γεμίσει όλους τους χώρους του μικρού χωριού του με εικονοστάσια, σταυρούς, εικόνες κλπ. Ήταν φιλάνθρωπος, ελεήμων, ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, έχοντας πάντοτε καραμέλες για τους μικρούς και μικροποσά για τους ενδεείς μεγάλους. Ενδιαφερόταν για βιβλιοθήκες, έκανε επισκέψεις, έδινε δώρα, έστελνε επιστολές. Ήταν μέσα σ΄όλα, αλλά ουσιαστικά ζούσε έξω από όλα. Ήταν ασκητής στον κόσμο, έχοντας απόλυτη άνεση, με τον Θεό, με τους Ταξιάρχες και τους Αγίους. Μια φορά όταν πέρασε αβρόχοις ποσίν ένα πλημμυρισμένο ποτάμι, (για να σωθεί έτσι από εχθρούς) πολύ απλά είπε: “Ε ! τον τσακώσαμε τον Γιώργη, τον πιάσαμε τον Ευεργέτη”.

Ο Ηγούμενος τους Ι.Μ.Σιμωνόπετρας, Αιμιλιανός, που είχε στενό σύνδεσμο με τον παπα-Δημήτρη, γράφει: “Και ο ύπνος του σώματος του και η νήψις τους ψυχής του και η μύησις των οφθαλμών του και ο λόγος του και η σιωπή του ήσαν στοιχεία και μέσα επικοινωνίας με τον Θεόν και τους φίλους του Θεού. Εζη συνηρμοσμένος εν τω μυστικώ σώματι τους Εκκλησίας, έζη την Βασιλείαν του Θεού, τα φαινόμενα θεωρών, τα αόρατα κατανοών”.
Η πνευματικότητα, η πίστη του και η γενναιότητά του, φάνηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Πλάτανο ελεγχόταν από τον ΕΛΑΣ. Ο παπα- Δημήτρης, μόνος παπάς σε όλη την περιοχή, αρνιόταν να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές. Κατήγγειλε τα άθεα πιστεύω τους.

Κυνηγήθηκε αλύπητα και κινδύνευσε πολλές φορές. Πολλοί, ακόμα και οι οικείοι του, του έλεγαν να σωπάσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Γράφει: “Μου λέει η παπαδιά μου. Παπά χαζάθηκες τελείως; Εσύ θα φέρεις το αποτέλεσμα; Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών, που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώγουν με τους οικογένειες τους; Εγώ τους απαντώ. Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι.” Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν γιατί συνοδοιπορούσε με τους Αγίους, τους Ταξιάρχες και τον Αη-Νικόλα. Γράφει ο ίδιος:

‘Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, κτύπησα την καμπάνα, μας περιεκύκλωσεν αντάρτικος στρατός. Το χωριό μας ήταν με ομάδα εθνική και γι΄ αυτό ήθελαν να μας εξοντώσουν. Άρχισαν να ρίχνουν πυρά τους φοβερισμό. Εγώ μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρεκάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και φεύγω. Εκείνοι από το φυλάκιο ρίξανε άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία τους δεν με εκτύπησε. Ακολούθησα ένα ρέμα, τα Αμπέλια και έχασαν τα ίχνη μου. Επήγαινα προς το χωριό Βασιλική που είχε εθνικό στρατό και ομάδα, για να φυλαχθώ. Κοντά στα σύνορα των δύο χωριών, Ριζώματος-Βασιλικής με έφτασαν. Είχαν διατάξει 10 ιππείς και με τον αρχηγό να με πιάσουν. Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, χωρίς να μπορούν να με φονεύσουν. Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα. Με πλησίασαν και με περιεκύκλωσαν στα 50 μέτρα γύρω-γύρω, φωνάζοντας: κερατά τράγο, πού θα πας; (με έβριζαν ελεεινά). Εγώ ευρισκόμενος εν μέσω κινδύνου, εσήκωσα τα χέρια προς τον ουρανό και εφώναξα από το βάθος της ψυχής: Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω. Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από την σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και τον έσπασε την σπονδυλική στήλη.

Οι υπόλοιποι έμειναν ακίνητοι, ωσάν να τους είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός. Ακούω μια φωνή, ήταν του αρχηγού τους, να λέγει: Εχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας. Ευχαριστώ, τους απήντησα. Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίσει, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι. Να λέτε την αλήθεια, τους είπα, να έχετε τον Θεό βοήθεια και έφυγα σιγά-σιγά για τον προορισμό μου”.

Η ζωή του έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του ήτο μία διαρκής κένωση του εαυτού του υπέρ πάντων. Τον άκουγες να λέγει “Τρέξε παπα- Δημήτρη, τρέξε, ο διάβολος έζωσε και πάλι το χωριό”. Το κομποσχοίνι έλιωνε στα χέρια του υπέρ πάντων και όταν καμμιά φορά αγνοούσε τα ονόματα, μουρμούριζε: “υπέρ του διευθυντού του ΚΤΕΛ, υπέρ του οδοντιάτρου, υπερ…υπέρ…”. Επισκεπτόταν μοναστήρια για πνευματική αναψυχή και δύναμη, είχε αναπτύξει πνευματικό δεσμό με τους μακάριους γέροντες π. Φιλόθεο Ζερβάκο, π. Αμφιλόχιο Μακρή, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, με τους οποίους αλληλογραφούσε και εξωμολογείτο. Αν και ασπούδαστος, είχε ακέραιη ορθόδοξη πίστη, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και διάκριση πνευμάτων. Γράφει ο ίδιος: “Όταν το 1971 ήλθαν οι μεγάλοι των ξένων εκκλησιών στα Τρίκαλα, πήγα και τους είδα και λέγω: φύγε παπαδημήτρη ογλήγορα και μην κοιτάς πίσω”.
Όταν του διαγνώσθηκε καρκίνος, τον Φεβρουάριο του 1970 υπεβλήθη σε εγχείριση στον Ευαγγελισμο. Θαύμα μεγάλο και ζωντανό έγινε. Γράφει ο ίδιος σε επιστολή του: “Οι ιατροί του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ μου το ανήγγειλαν καθαρά το πικρό φιρμάνι.

Εγώ εδόξαζα τον Θεόν, που μου έδωκε αυτό το μεγάλο δώρον, τον καρκίνον, για να με δοκιμάσει. Η εγχείρισις κράτησε 5 ώρες. Τις επόμενες ημέρες είχα μία διάθεση που μου ερχόταν να κατέβω από το κρεββάτι. Δεν αισθανόμουν τίποτα. Το βράδυ, που έμεινα μόνος, ήλθαν δύο άγνωστοι και με φύλαγαν και με ανακούφιζαν. Χαρά Θεού και ευλογία Θεού εκείνο το βράδυ, που δεν μπορώ να περιγράψω. Ολοι εθαύμασαν πως έζησα”. Επέστρεψε ο πατήρ-Δημήτριος στο χωριό του, έχοντας υγεία πλέον, ιδιαίτερα εύθραυστη. Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας. Ο Θεός προετοίμαζε τον δούλο του. Στις 29/1/1975, μετά πολύμηνους φρικτούς πόνους ο Θεός τον δέχθηκε. Πριν αναχωρήσει για τις σκηνές των δικαίων έλεγε: “Όταν βρώ εκεί θέσιν, τότε θα έρχομαι και θα σας βοηθώ. Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά;”

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, Δασκάλος – Συγγραφέας

Πηγή:

http://aktines.blogspot.gr/2014/01/291-1975.html

Ακτίνες

Saint Gildas the Wise of Wales & France (+570) – January 29

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

7784_3748863314c1480ebdec69.jpg

St.-Gildas-the-Wise-2.jpg

St Gildas

 

Jan+29+Gildas+the+Wise+1.jpgStatue_St-Gildas_07082.jpg

Holy Wells of St Gildas, France

ruys_st gildas.jpg

220px-St_Gildas_Fontaine_0708E.jpg

220px-fontaine_saint-gildas_-_magoar_-_france

Saint Gildas the Wise of Wales & France (+570)

Feast day: January 29

& Holy Relics, June 29

Saint Gildas (c. 500–570) — also known as Gildas the Wise or Gildas Sapiens — was a 6th-century British monk best known for his scathing religious polemic De Excidio et Conquestu Britanniae, which recounts the history of the Britons before and during the coming of the Saxons. He is one of the best-documented figures of the Christian church in the British Isles during the sub-Roman period, and was renowned for his Biblical knowledge and literary style. In his later life, he emigrated to Brittany where he founded a monastery known as St. Gildas de Rhuys.

Differing versions of the Life of Saint Gildas exist, but both agree that he was born in what is now Scotland on the banks of the River Clyde, and that he was the son of a royal family. These works were written in the eleventh and twelfth centuries and are regarded by scholars as unhistorical. He is now thought to have his origins further south. In his own work, he claims to have been born the same year as the Battle of Mount Badon. He was educated at a monastic center, possibly Cor Tewdws under St. Illtud, where he chose to forsake his royal heritage and embrace monasticism. He became a renowned teacher, converting many to Christianity and founding numerous churches and monasteries throughout Britain and Ireland. He is thought to have made a pilgrimage to Rome before emigrating to Brittany, where he took on the life of a hermit. However, his life of solitude was short-lived, and pupils soon sought him out and begged him to teach them. He eventually founded a monastery for these students at Rhuys, where he wrote De Excidio Britanniae, criticising British rulers and exhorting them to put off their sins and embrace true Christian faith. He is thought to have died at Rhuys, and was buried there.

There are two different historical versions of the life of Gildas, the first written by an anonymous monk in the 9th century, and the other written by Caradoc of Llancarfan in the middle of the 12th century. Some historians have attempted to explain the differences in the versions by saying that there were two saints named Gildas, but the more general opinion is that there was only one St. Gildas and that the discrepancies between the two versions can be accounted for by the fact that they were written several centuries apart.[6] The 9th century Rhuys Life is generally accepted as being more accurate.

Rhuys Life

The First Life of St. Gildas was written by an unnamed monk at the monastery which Gildas founded in Rhuys, Brittany in the 9th century. According to this tradition, Gildas is the son of Caunus, king of Alt Clut in the Hen Ogledd, the Brythonic-speaking region of northern Britain. He had four brothers; his brother Cuillum ascended to the throne on the death of his father, but the rest became monks in their own right. Gildas was sent as a child to the College of Theodosius (Cor Tewdws) in Glamorgan, under the care of St. Illtud, and was a companion of St. Sampson and St. Paul of Léon. His master St. Illtud loved him tenderly and taught him with special zeal. He was supposed to be educated in liberal arts and divine scripture, but elected to study only holy doctrine, and to forsake his noble birth in favour of a religious life.

After completing his studies under St. Illtud, Gildas went to Ireland where he was ordained as a priest. He returned to his native lands in northern Britain where he acted as a missionary, preaching to the pagan people and converting many of them to Christianity. He was then asked by Ainmericus, high king of Ireland (Ainmuire mac Sétnai, 566–569), to restore order to the church in Ireland, which had altogether lost the Christian faith. Gildas obeyed the king’s summons and travelled all over the island, converting the inhabitants, building churches, and establishing monasteries. He then travelled to Rome and Ravenna where he performed many miracles, including slaying a dragon while in Rome. Intending to return to Britain, he instead settled on the Isle of Houat off Brittany where he led a solitary, austere life. At around this time, he also preached to Nonnita, the mother of Saint David, while she was pregnant with the saint.

He was eventually sought out by those who wished to study under him, and was entreated to establish a monastery in Brittany. He built an oratory on the bank of the River Blavetum (River Blavet), today known as St. Gildas de Rhuys. Fragments of letters that he wrote reveal that he composed a Rule for monastic life that was somewhat less austere than the Rule written by Saint David. Ten years after leaving Britain, he wrote an epistolary book in which he reproved five of the British kings. He died at Rhuys on 29 January 570, and his body was placed on a boat and allowed to drift, according to his wishes. Three months later, on 11 May, men from Rhuys found the ship in a creek with the body of Gildas still intact. They took the body back to Rhuys and buried it there.

Llancarfan Life: Gildas and King Arthur

The second “Life” of St. Gildas was written by Caradoc of Llancarfan, a friend of Geoffrey of Monmouth and his Norman patrons. However, Llancarfan’s work is most probably historically inaccurate, as his hagiographies tend towards the fictitious, rather than the strictly historical. Llancarfan’s “Life” was written in the 12th century, and includes many elements of what have come to be known as mythical pseudo-histories, involving King Arthur, Guinevere, and Glastonbury Abbey, leading to the general opinion that this “life” is less historically accurate than the earlier version. For example, according to the dates in the Annales Cambriae, Gildas would have been a contemporary of King Arthur: however, Gildas’ work never mentions Arthur by name, even though he gives a history of the Britons, and states that he was born in the same year as the Battle of Badon Hill, in which Arthur is supposed to have vanquished the Saxons.

In the Llancarfan Life, St. Gildas was the son of Nau, king of Scotia. Nau had 24 sons, all victorious warriors. Gildas studied literature as a youth, before leaving his homeland for Gaul, where he studied for seven years. When he returned, he brought back an extensive library with him, and was sought after as a master teacher. He became the most renowned teacher in all of the three kingdoms of Britain. Gildas was a subject of the mythical King Arthur, whom he loved and desired to obey. However, his 23 brothers were always rising up against their rightful king, and his eldest brother, Hueil, would submit to no rightful high king, not even Arthur. Hueil would often swoop down from Scotland to fight battles and carry off spoils, and during one of these raids, Hueil was pursued and killed by King Arthur. When news of his brother’s murder reached Gildas in Ireland, he was greatly grieved, but was able to forgive Arthur, and pray for the salvation of his soul. Gildas then travelled to Britain, where he met Arthur face to face, and kissed him as he prayed for forgiveness, and Arthur accepted penance for murdering Gildas’ brother.

After this, Gildas taught at the school of St. Cadoc, before retiring to a secret island for seven years. Pirates from the Orkney Islands came and sacked his island, carrying off goods and his friends as slaves. In distress, he left the island, and came to Glastonbury, then ruled by Melvas, King of the ‘Summer Country’ (Gwlad yr Haf, Somerset). Gildas intervened between King Arthur and Melvas, who had abducted and raped Arthur’s wife Guinevere and brought her to his stronghold at Glastonbury. Arthur soon arrived to besiege him, but, the peacemaking saint persuaded Melvas to release Guinevere and the two kings made peace. Then desiring to live a hermit’s life, Gildas built a hermitage devoted to the Trinity on the banks of the river at Glastonbury. He died, and was buried at Glastonbury Abbey, in the floor of St. Mary’s Church.

The Llancarfan Life contains the earliest surviving appearance of the abduction of Guinevere episode, common in later Arthurian literature. Huail’s enmity with Arthur was also apparently a popular subject in medieval Britain: he is mentioned as an enemy of Arthur’s in the Welsh prose tale Culhwch and Olwen, written around 1100. A strongly held tradition in North Wales places the beheading of Gildas’ brother Huail at Ruthin, where what is believed to be the execution stone has been preserved in the town square. Another brother of Gildas, Celyn ap Caw, was based in the north-east corner of Anglesey.

De Excidio et Conquestu Britanniae

Gildas is best known for his polemic De Excidio et Conquestu Britanniae, which recounts the sub-Roman history of Britain, and which is the only substantial source for history of this period written by a near-contemporary.

The work is a sermon in three parts condemning the acts of his contemporaries, both secular and religious. The first part consists of Gildas’ explanation for his work and a brief narrative of Roman Britain from its conquest under the Principate to Gildas’ time. He describes the doings of the Romans and the Groans of the Britons, in which the Britons make one last request for military aid from the departed Roman military. He excoriates his fellow Britons for their sins, while at the same time lauding heroes such as Ambrosius Aurelianus, whom he is the first to describe as a leader of the resistance to the Saxons. He mentions the victory at the Battle of Mons Badonicus, a feat attributed to King Arthur in later texts, though Gildas is unclear as to who led the battle.

Part two consists of a condemnation of five British kings, Constantine, Aurelius Conanus, Vortiporius, Cuneglas, and Maelgwn. As it is the only contemporary information about them, it is of particular interest to scholars of British history. Part three is a similar attack on the clergy of the time.

The works of Gildas, including the Excidio, can be found in volume 69 of the Patrologia Latina.

De Excidio is usually dated to the 540s, but the historian Guy Halsall inclines to an “early Gildas” c. 490. Cambridge historian Karen George offers a date range of c. 510–530 AD.

Veneration

Gildas’ relics were venerated in the abbey which he founded in Rhuys, until the 10th century, when they were removed to Berry. In the 18th century, they were said to be moved to the cathedral at Vannes and then hidden during the French Revolution. The various relics survived the revolution and have all since been returned to Saint-Gildas-de-Rhuys where they are visible at various times of the year at a dedicated “treasury” in the village. The body of Saint Gildas (minus the pieces incorporated into various reliquaries) is buried behind the altar in the church of Saint Gildas de Rhuys.[15]

The gold and silver covered relics of Saint Gildas include:

A reliquary head containing parts of the saints skull
An arm reliquary containing bone pieces, topped with a blessing hand
A reliquary femur and knee
The embroidered mitre supposedly worn by Gildas is also kept with these relics. Gildas is the patron saint of several churches and monasteries in Brittany, and his feast day is celebrated on 29 January.

Further traditions

Gildas is credited with a hymn called the Lorica, or Breastplate, a prayer for deliverance from evil, which contains specimens of Hiberno-Latin. A proverb is also attributed to Gildas mab y Gaw in the Englynion y Clyweid in Llanstephan MS. 27.

In Bonedd y Saint, Gildas is recorded as having three sons and a daughter. Gwynnog ap Gildas and Noethon ap Gildas are named in the earliest tracts, together with their sister Dolgar. Another son, Tydech, is named in a later document. Iolo Morganwg adds Saint Cenydd to the list.

The scholar David Dumville suggests that Gildas was the teacher of Finnian of Moville, who in turn was the teacher of St. Columba of Iona.

Source: Wikipedia

Άγιος Γκίλντας (St Gildas) ο σοφός, όσιος στη Νήσο Rhuys Γαλλίας, από Ουαλία – 1ος Βρεταννός ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας (+570) – 29 Ιανουαρίου

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

llanddwyn-island-wales-landscape-photography.jpg

St.-Gildas-the-Wise-2.jpg

Άγιος Γκίλντας / Γκίλτας (St Gildas) ο σοφός,

όσιος στη Νήσο Rhuys Γαλλίας, από Ουαλία

1ος Βρεταννός ιστορικός

& εκκλησιαστικός συγγραφέας (+570)

Προστάτης ιστορικῶν & συγγραφέων

29 Ιανουαρίου

& Ανακομιδή Ι. Λειψάνων 29 Ιουνίου

Ο Άγιος Γκίλντας / Γκίλτας (St Gildas) ο σοφός, γεννήθηκε το 500 στην Ουαλία και μαθήτευσε κοντά στον Άγιο Iltud (τιμάται 6 Νοεμβρίου).

Ακολούθησε κατ’αρχήν τον έγγαμο βίο και όταν πέθανε η σύζυγός του έγινε μοναχός. Ήταν από τους πολύ μορφωμένους άνδρες της εποχής του, γι’αυτό και αποκαλείται «Σοφός».

Θεωρείται ότι συνέγραψε έργο στο οποίο κατηγορεί τους άρχοντες της εποχής του, τον κλήρο και τον λαό, για την ασέβεια και την παρανομία τους. Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του έζησε στη Βρετάνη.

Κοιμήθηκε οσιακά το 570.

Πηγή:

https://plus.google.com/u/0/communities/114191249873208593018

Άγιοι… Οι Καλύτεροί μας Φίλοι

Jan+29+Gildas+the+Wise+1.jpgStatue_St-Gildas_07082.jpg

Άγαλμα & Πηγές του Αγίου Γκίλντας (St Gildas) στην Γαλλία

ruys_st gildas.jpg

220px-St_Gildas_Fontaine_0708E.jpg

220px-fontaine_saint-gildas_-_magoar_-_france

Άγιος Νάταλης (St Natalis / Naile) όσιος ηγούμενος Μονών του Ciill, του Naile & του Daunhinis της Ιρλανδίας (+6ος αι.) – 27 Ιανουαρίου

http://irelandofmyheart.wordpress.com

IRELAND OF MY HEART

DSC_0856.jpg

img-Saint-Natalis-of-Ulster.jpg

Άγιος Νάταλης (St Natalis / Naile)

όσιος ηγούμενος Μονών του Ciill, του Naile

& του Daunhinis της Ιρλανδίας (+6ος αἰ.)

27 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Νάταλης (St Natalis / Naile) ήταν ηγούμενος του Cill-Naile και του Daimhinis στην περιοχή Feara-Manach. Ήταν γιος του Aenghus ο οποίος ήταν βασιλιάς του Munster και το όνομα της μητέρας του ήταν Eithne.

Σε αυτόν πρόσφερε ο Θεός νερό μέσα από μία σκληρή πέτρα, όταν μεγάλη δίψα κυρίευσε αυτόν και τον Maedhog της Fearna και τους μοναχούς τους. Όταν ακούμπησε με την ράβδο του τη σκληρή πέτρα, καθαρό και δροσερό νερό ανέβλυσε μέσα από αυτήν.

Στον βίο του Αγίου Κολούμπα (St Columba), βλέπουμε πως ο Άγιος Νάταλης (St Natalis) συνάντησε για πρώτη φορά τον Άγιο Κολούμπα (St Columba) στην περιοχή Inbher (περιοχή της Ιρλανδίας κοντά στον ποταμό Boyne) και πως οι δύο Άγιοι ευλόγησαν αυτόν τον τόπο.

Πηγή:

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr/2016/08/naile-natalis.html

Ορθόδοξη Κελτική Εκκλησία

Orthodoxy-Rainbow