Saint Deicola (St Deicolus), the founder and Abbot of a Monastery in Lure, France – Equal of the Apostles and Enlightener of France, from Ireland (+625) – January 18




Saint Deicola / Deicolus


Holy Relics of St Deicola


St Deicola’s Holy Well


Saint Deicola (St Deicolus),

the founder and Abbot of a Monastery in Lure, France

 & Equal of the Apostles and Enlightener of France, from Ireland (+625)

Patron Saint of children & animals

January 18

Saint Deicola (Déicole, Dichuil, Deel, Deicolus, Deicuil, Delle, Desle, Dichul, Dicuil) (c. 530 – January 18, 625) is an Orthodox Western saint. He was an elder brother of Saint Gall. Born in Leinster, Deicolus studied at Bangor.

He was selected to be one of the twelve followers to accompany St. Columbanus on his missionary journey. After a short stay in Great Britain in 576 he journeyed to Gaul and laboured with St. Columbanus in Austrasia and Burgundy.

When St. Columbanus was expelled by Theuderic II, in 610, St. Deicolus, then eighty years of age, determined to follow his master, but was forced, after a short time, to give up the journey, and established an hermitage at a nearby church dedicated to St Martin in a place called Lutre, or Lure, in the Diocese of Besançon, to which he had been directed by a swineherd.

Until his death, he became the apostle of this district, where he was given a church and a tract of land by Berthelde, widow of Weifar, the lord of Lure. Soon a noble abbey was erected for his many disciples, and the Rule of St. Columbanus was adopted. Numerous miracles are recorded of St. Deicolus, including the suspension of his cloak on a sunbeam and the taming of wild beasts.

Clothaire II, King of Burgundy, recognised the virtues of the saint and considerably enriched the Abbey of Lure, also granting St. Deicolus the manor, woods, fisheries, etc., of the town which had grown around the monastery. Feeling his end approaching, St. Deicolus gave over the government of his abbey to Columbanus, one of his young monks, and retreated to a little oratory where he died on 18 January, about 625.

His feast is celebrated on 18 January. So revered was his memory that his name (Dichuil), under the slightly disguised form of Deel and Deela, is still borne by most of the children of the Lure district. His Acts were written by a monk of his own monastery in the tenth century.

St. Deicolus is the Patron Saint of children and he cures childhood illnesses. Also, he is Patron Saint of animals.


Wikipedia &

Orthodox Heart Sites


Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola / Deicolus) ο Ιρλανδός, όσιος ιδρυτής & ηγούμενος Μονης στη Lure Γαλλίας & Ισαπόστολος Γαλλίας (+625) – 18 Ιανουαρίου




Άγιος Ντεΐκολος (St Deicolus / Deicola)


Ι. Λείψανα του Αγίου Ντεΐκολα (St Deicolus / Deicola)


Το Ι. Πηγάδι του Αγίου Ντεΐκολα (St Deicola)


Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola / Deicolus),

όσιος ιδρυτής & ηγούμενος Μονης στη Lure Γαλλίας

& Ισαπόστολος Γαλλίας, από Ιρλανδία (+625)

Προστάτης των παιδιών & των ζώων

18 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Ντεΐκολα (Deicola, Deicolus, Déicole, Dichuil, Deel, Deicuil, Delle, Desle, Dichul, Dicuil) είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος της Δυτικής Ευρώπης. Γεννήθηκε στο Leinster της Ιρλανδίας το 530 και σπούδασε στο Bangor της Ιρλανδίας.

Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου Γάλλου (St Gall) του Ιρλανδού Ισαποστόλου της Ελβετίας και επιλέχτηκε να είναι ένας από τους δώδεκα ακολούθους του Αγίου Κολουμπάνου (St Columbanus) στο ιεραποστολικό ταξίδι του στη Γαλλία.

Ο Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola) μετά από μια σύντομη διαμονή στη Μ. Βρετανία το 576 ταξίδεψε στην Γαλλία όπου εργάστηκε το έργο της Ιεραποστολής μαζί με τον Άγιο Κολουμπάνο (St Columbanus).

Όταν ο Άγιος Κολουμπάνος (St Columbanus) εκδιώχθηκε από τον Theuderic II, το 610, ο Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola), 80 ετών, αποφασισε να ακολουθήσει τον Πνευματικό του Πατέρα, αλλά αναγκάστηκε, μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, να εγκαταλείψει το ταξίδι, και ίδρυσε ένα ερημητήριο σε μία κοντινή εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Μαρτίνο της Tours (St Martin) σε ένα μέρος που ονομάζεται Lure, στην Επισκοπή της Besançon της Γαλλίας.

Μέχρι την κοίμησή του, έγινε ο Απόστολος αυτής της περιοχής, όπου του δόθηκε μια εκκλησία και ένα κομμάτι εδάφους από την Berthelde, χήρα του Weifar, άρχοντα της Lure. Σύντομα μία Ιερά Μονή ανεγέρθηκε για πολλούς μαθητές του, παραδίδοντάς τους τον κανόνα του Αγίου Κολουμπάνου (St Columbanus).

O Άγιος Ντεΐκολα (St Deicolα) με τη Χάρη του Θεού επιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα. Κρεμμούσε τον μανδύα του σε μια ηλιαχτίδα και εξημέρωνε τα άγρια θηρία.

Ο Βασιλιάς Clothaire ΙΙ της Βουργουνδίας, αναγνώρισε τις αρετές του Αγίου και βοήθησε πολύ στις ανάγκες της Μονής του.

Ο Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola) προαισθάνθηκε ότι η κοίμησή του πλησιάζει. Έκανε ηγούμενο της Μονής του έναν από τους Μοναχούς του και ο ίδιος αποχώρησε σέ ένα μικρό παρεκκλήσι, όπου και κοιμήθηκε οσιακά στις 18 Ιανουαρίου το 625.

Είναι προστάτης των παιδιών και θεραπεύει ασθένειες της παιδικής ηλικίας και επίσης είναι προστάτης των ζώων.


Wikipedia &

Orthodox Heart Sites

Saint Joseph Bishop of Alaverdi, Georgia




Saint Joseph Bishop of Alaverdi, Georgia

September 15

Saint Joseph chose the monastic vocation at a young age. Having arrived in Georgia with his teacher Saint John Zedazni , Saint Joseph settled in Kakheti in the relatively undeveloped and wild Alaverdi region. Here he began his ascetic exploits.

A Kakheti noblemen during an hunt found himself on the Alaverdi plain and was so astonished, seeing Saint Joseph standing at prayer, that he remained with him. Reports about this nobleman becoming a monk and about the holy life of the Monk Joseph spread throughout Kakheti. People seeking holiness and the ascetic life began to throng to Alaverdi to Saint Joseph. A monastery thus arose, and a church in honour of the Great Martyr Saint George was built.

Chosen to lead the monastery, Saint Joseph with fatherly love concerned himself about the brethren of the monastery, and about the spiritual enlightenment of Kakheti. Pagan superstitions were still not eradicated, and Saint Joseph, with cross in hand, often left the monastic solitude to preach the Word of God.

Beholding the saintly and immaculate life of the monk Joseph and his sincere desire to serve them, the Kakheti people willingly and joyfully accepted the Gospel teaching, and abandoned their pagan customs.

Saint Joseph composed a catechism (lost in the 16th Century) by which he taught the flock entrusted to him. Nearing the end of his life of dedicated service, Saint Joseph secluded himself in a tight cell for complete silence. In the year 570 occurred his peaceful and blessed end. Sainted Joseph was buried in the church of the holy Great Martyr Saint George in Alaverdi.

In the 9th Century in place of the former church was erected the great Alaverdi cathedral within which, on the left side of the Altar at the north wall, rests the body of Saint Joseph.

Saint Joseph is a particularly popular saint in Kakheti, particularly around Alaverdi, and it is common to see his icon in people’s homes in Eastern Georgia. The Alaverdoba festival in Kakheti coincides with the autumn harvest of grapes and other crops, and the harvest festival for several days in late September culminates with the feast of Saint Joseph on this day.

Naomh Abbán moccu Corbmaic na hÉireann ╰⊰¸¸.•¨* Irish




Continue reading “Naomh Abbán moccu Corbmaic na hÉireann ╰⊰¸¸.•¨* Irish”

Saint Reinold, Monk-Martyr at the Monastery of St Pantaleon in Cologne in Germany (+960) – January 7





The Martyrdom of St Reinold


Saint Reinold (Rainald, Reynold),

monk at the Monastery of St Pantaleon in Cologne in Germany (+960)

January 7

Saint Reinold was a Benedictine monk who lived in the 10th century. He is a direct descendant of Charlemagne. He began his religious life by entering the Benedictine monastery of Pantaleon in Cologne, Germany, where he was appointed head of a building project occurring in the abbey. He often joined the stonemasons in their work, at times surpassing them. This led to the unsavoury event of his murder at the hands of the same stonemasons he worked with. Reinold was beaten to death with hammers and his body deposited into a pool near the Rhine. His body was later found through divine means, leading to the attribution of Reinold as the Patron of Stonemasons.

Source: Wikipedia

Ορθόδοξη Γερμανία: Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) μοναχός οσιομάρτυς σε Μονή της Cologne Γερμανίας (+960) – 7 Ιανουαρίου





Το Μαρτύριο του Αγίου Ρέινολντ (St Reinold)


Άγιος Ρέινολντ (St Reinold)

μοναχός ὁσιομάρτυς σέ Μονή τῆς Cologne Γερμανίας (+960)

7 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) ήταν ένας μοναχός που έζησε τον 10ο αιώνα και είναι απόγονος του Καρλομάγνου. Ξεκίνησε την πνευματική ζωή του με την είσοδό του σε ένα Μοναστήρι στην Κολωνία της Γερμανίας, όπου διορίστηκε επικεφαλής ενός οικοδομικού έργου της Μονής.

Συχνά βοηθούσε τους κτίστες στό έργο τους και επειδή ήταν καλήτερος στη δουλειά του κτισίματος με πέτρα αυτό οδήγησε τους κτίστες στο φθόνο και στο δυσάρεστο συμβάν της δολοφονίας του.

Ο Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου με σφυριά και το σώμα του τό έριξαν σε μια λίμνη κοντά στο Ρήνο.

Το σώμα του βρέθηκε αργότερα μετά από Θεία φανέρωση, κάτι το οποίο οδήγησε στο να τιμάται ο Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) ως προστάτης των κτιστών και των λιθοξόων.


Wikipedia &

Orthodox Heart Sites

Ο Άγιος Σίος της Γεωργίας (+6ος αι.) & τα άγρια θηρία




Jvari Reservoir.jpg


Άγιος Σίος ηγούμενος στο Μγκβίμ της Γεωργίας (+6ος αι.)

4 Ιανουαρίου, 4 Φεβρουαρίου, 7 Φεβρουαρίου

& 9 Φεβρουαρίου


Ο Άγιος Σίος της Γεωργίας (+6ος αι.) & τα άγρια θηρία

Στην περιοχή του Μγβίμε, όπου ασκήτευε ο Όσιος Σίος ο Σπηλαιώτης, τα θηρία, και κυρίως οι λύκοι, κατασπάραζαν συχνά τα ζώα των ανθρώπων, που έφθαναν ως εκεί ζητώντας θεραπεία, αλλά και τα γαϊδουράκια, πού είχαν οι ασκητές, για να μεταφέρουν διάφορα φορτία.

Ο Όσιος Σίος, βλέποντας τόσο τους προσκυνητές όσο και τους μοναχούς να θλίβονται για την απώλεια των υποζυγίων τους, προσευχήθηκε στον Κύριο, να οδηγήσει μπροστά του όλα τα άγρια ζώα που ζούσαν στον Μγβίμε.

Μόλις τελείωσε την παράκληση του και βγήκε από την σπηλιά του, αντίκρισε αναρίθμητα θηρία, μικρά και μεγάλα, να στέκονται εκεί, με σκυμμένα τα κεφάλια, σαν να περίμεναν κάποια εντολή του.

–Ακούστε τι θα σας πω, άρχισε να τα νουθετεί ο Όσιος. Ο Χριστός γνωρίζει πως η καρδιά μου πονά για σας. Αυτή η έρημος όμως θα γεμίσει ανθρώπους, που θα δοξολογούν τον Θεό, γι’ αυτό πρέπει να πάτε σε άλλον τόπο. Μόνο ένα από σας θα μείνει εδώ, για να βόσκει τα γαϊδουράκια των αδελφών. Έτσι θα εξιλεωθείτε για τις ζημιές που κάνατε.

Σε λίγα λεπτά όλα τα θηρία είχαν εξαφανιστεί, εκτός από έναν λύκο, που έμεινε ακίνητος μπροστά στον Όσιο, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

–Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είπε εκείνος, σε προστάζω από σήμερα να φυλάς τα υποζύγια των αδελφών. Κάθε πρωί θα τα οδηγείς στην βοσκή και κάθε βράδυ θα τα φέρνεις πίσω. Θα τρως ότι τρώμε κι εμείς. Ζώο ή άνθρωπο δεν θα πειράξεις. Εμπρός, δουλειά τώρα.

Από τότε ο λύκος, ημερωμένος και υποταγμένος στον Όσιο, έβοσκε τα γαϊδουράκια. Σάρκα δεν γεύθηκε ποτέ. Κάθε πρωί έτρωγε ψωμί μουσκεμένο σε νερό, το ίδιο και το βράδυ. Ύστερα πήγαινε στην φωλιά του -μια τρύπα σκαμμένη από τον Όσιο Σίο δίπλα στην σπηλιά του- όπου περνούσε την νύχτα.

Πέρασαν έτσι έξι χρόνια. Μια μέρα ο λύκος έφερε πίσω τα ζώα νωρίτερα από την συνηθισμένη ώρα και άρχισε ν’ αλυχτά παράξενα. Οι Πατέρες δεν άργησαν να διαπιστώσουν πώς έλειπε ένα γαϊδουράκι, που ανήκε στον μοναχό Κόνωνα. Πιστεύοντας ακράδαντα πώς ο λύκος είχε φάει τον ζώο του, ο Κόνων έτρεξε στην σπηλιά του Οσίου.

–Γέροντα, εξιλεωθείτε αιτίας σου έχασα τον γάιδαρο μου, ξέσπασε θυμωμένος.

Ο πραότατος Σίω δεν ταράχθηκε από την απρεπή συμπεριφορά του υποτακτικού του. Στο μεταξύ ο λύκος είχε πλησιάσει κοντά τους. Τους κοιτούσε και κουνούσε την ουρά του, σαν να ήθελε κάτι να τους πει. Βλέποντας όμως πώς δεν τον καταλάβαιναν, άρπαξε το ραβδί του Κόνωνα με τα δόντια του κι άρχισε να τον τραβά επίμονα.

Τον ακολούθησαν και σε λίγο βρέθηκαν επάνω από ένα βάραθρο. Έσκυψαν με προσοχή και είδαν στο βάθος του το γαϊδουράκι να κείτεται νεκρό μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ήταν φανερό ότι είχε τσακιστεί στο γκρεμό.

Ο Κόνων, μετανοημένος, ζήτησε με δάκρυα συγγνώμη από τον Γέροντα. Ύστερα από αυτό το γεγονός ο Όσιος είπε στον λύκο:

Αρκετά μας υπηρέτησες. Σ’ ευχαριστούμε για τους κόπους σου. Πήγαινε πια να βρεις τους συντρόφους σου. Τα γαϊδουράκια θα τα βόσκουν από δω και πέρα οι αδελφοί.