Άγιος Αντώνιος ο Μέγας, ερημίτης στη Θηβαΐδα Αιγύπτου, πατέρας του Μοναχικού βίου & Καθηγητης της Ερήμου, από Koma Αιγύπτου (+356) [κοιμήθηκε 105 ετών] – 17 Ιανουαρίου

https://saintsofmyheart.wordpress.com

http://africaofmyheart.wordpress.com

AFRICA OF MY HEART

SAINTS OF MY HEART

15-Day-Honeymoon-in-Egypt-Cairo-Sahara-Desert-Nile-River.jpg

0001.jpg

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας,

όσιος ερημίτης ατη Θηβαΐδα Αιγύπτου

(σημ. Dayr Mari της Ερυθράς Θάλασσας της Αἰγύπτου),

πατέρας τοῦ Μοναχικοῦ βίου καί Καθηγητῆς τῆς ἐρήμου,

από Koma (κοντά al-Minya, Heptanomis) Αιγύπτου (+356)

[κοίμήθηκε 105 ἐτῶν]

17 Ιανουαρίου

Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του.

Την βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε στην ελληνική ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας ο οποίος ως επίσκοπος Αλεξανδρείας την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση “Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε”. Αυτήν αντέγραψε στη συνέχεια ο Συμεών ο Μεταφραστής από τον οποίον και παρέλαβε ο Αγάπιος ο Κρης που μετέφρασε εκ του ελληνικού και καταχώρησε στον εκδοθέντα υπ΄ αυτού “Παράδεισον”. Ιδιαίτερο εγκωμιαστικό λόγο στον Μέγα Αντώνιο συνέθεσε ο Ιεροδιδάσκαλος Μακάριος ο Πάτμιος.

Ο Άγιος Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 (έτος σνά) στην πόλη Κομά της Kάτω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια ένεκα των οποίων και δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου “να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας”, ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα.. Όταν σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.

Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Άγιος Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: “πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι” (Ματθ. 19, 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία 300 εύφορων κτημάτων του στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ’ έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ΄ ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διαφόρων κοινωνικών συμπεριφορών. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους όπου ως “σοφή μέλισσα” επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το “πνευματικό νέκταρ” της ηθικής και της αρετής. Ασκούμενος έτσι στην αγρυπνία και την προσευχή και εξ ανάγκης στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, ή κάθε δύο μέρες ή και τέσσερις, μόνο άρτο και αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα επιβίωσης, τρώγοντας ελάχιστα κάθε μέρα, ενώ τα επίλοιπα συνέχιζε να τα χαρίζει σε πτωχούς. Έτσι σ΄ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ΄ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθη αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.

Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή. Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ΄όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Άγιος Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν. Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι “Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε”.

Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Άγιο Αντώνιο εμφανίσθηκε μπροστά του ως “μέλαν παιδίον” λέγοντάς του: “Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα”. Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: “Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες”. Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε στη συνέχεια το πνεύμα λέγοντάς του “Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος.” Μετά απ΄ αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει. Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν΄ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.
Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως “όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή”, επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου “Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι”.

Η βιογραφία του Αγίου που φέρεται με εξαιρετική διδαχή ασκητικής περιλαμβάνει πλήθος ιστοριών σχετικής άθλησης με σημαντικότερα σημεία τα ακόλουθα:

Τακτικά ο Όσιος Αντώνιος, προκειμένου να αποφύγει σκανδαλισμούς, κατέφευγε σε μνήματα λίγο μακράν της πόλης όπου εντός αυτών συνέχιζε την άθληση επί μέρες, εκεί γνωστός του υπηρέτης του έφερνε φαγητό. Κάποια νύκτα δέχθηκε άγρια επίθεση από πλήθος δαιμόνων αφήνοντάς τον ημιθανή. Την επομένη “Θεία Πρόνοια” όταν τον επισκέφθηκε ο δούλος του τον εξέλαβε ως νεκρό και τον μετέφερε στην πόλη στο Κυριακό. Όταν όμως συνήλθε επέστρεψε στον πρότερο τάφο.
Εκεί επαναλήφθηκε νέα επίθεση των δαιμόνων υπό μορφή άγριων ζώων και ερπετών, λέων να βρυχάται, σκορπιός προσπαθώντας να τον κεντρίζει, ταύρος να τον κερατίζει κ.ά. παραμένοντας όμως ο Όσιος ατάραχος τους είπε: “Εάν είχατε δύναμη ένας και μόνο έφθανε”, “Εάν ελάβετε κατ΄ εμού εξουσίαν άνωθεν, μη αμελήτε, ει δε και δεν ελάβετε τι μάτην ταράσσεσθε;” Κατόπιν αυτών οι δαίμονες εμπαιζόμενοι εγκατέλειψαν τον Όσιο τρίζοντας τους οδόντες τους.

Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπους. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη και μάλιστα έρχονταν σε αυτόν για να τους θεραπεύσει ακόμα. Θεράπευε τους ασθενείς ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία “εγγύς ετών πέντε και εκατόν”. Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο βίος του και η υποδειγματική συνέπειά του, αποτελούν αιώνια πηγή, απ’ όπου μπορούν οι άνθρωποι κάθε εποχής να αντλήσουν ζωντανά διδάγματα. Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Μέγας Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του μοναχού, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.

Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε επίσης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα. Κατέληγε λέγοντας ότι δε θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, που είναι αρετές όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

Πηγή:

 

Wikipedia

Advertisements

Saints & the animals that served them – PDF

http://animalsofmyheart.wordpress.com

ANIMALS OF MY HEART

80a308e70a7881501d3ba9caa6037c38.jpg

https://www.archdiocese.ca/rescs/_files//saints-animals.pdf

Saints & the animals that served them – PDF

╰⊰¸¸.•¨*

Saint Artemon of Laodicea, Syria

Saint Brendan of Ireland

Saint Elijah the Prophet

Saints Florus & Laurus, Martyrs in Illyria, Croatia

Saint Gerasimus of Jordan Desert

Saint Kevin of Ireland

Saint Mamas of Caesarea, Cappadocia, Asia Minor

Saint Menas, Great Martyr of Egypt

Saint Seraphim of Sarov, Russia

Saint Sergius of Radonezh, Russia

Saint Tryphon of Campsada, Apamea, Syria

2016-0201-saints-animals.jpg

Αγία Χερουβειμία Τανάσα, Μοναχή οσιομάρτυς στη Ρουμανία (+8 Νοεμβρίου 1998) – Την σκότωσαν προκαλώντας της καρκίνο με lazer επειδή δεν δέχθηκε να προδώσει την Ορθόδοξη Πίστη της & την Αγία Γραφή ως φοιτήτρια στην Ουγγαρία

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

maica-heruvima12.jpg

Αγία Χερουβειμία Τανάσα της Ρουμανίας (+1998)

8 Νοεμβρίου

7866312736925972606-account_id=60.jpg

Αγία Χερουβειμία Τανάσα,

Μοναχή οσιομάρτυς στη Ρουμανία (+8 Νοεμβρίου 1998)

Την σκότωσαν προκαλώντας της καρκίνο με lazer επειδή δεν δέχθηκε

να προδώσει την Ορθόδοξη Πίστη της & την Αγία Γραφή

ως φοιτήτρια στην Ουγγαρία

Στο κοιμητήριο της Ι. Μ Πέτρου Βόντα αναπαύεται η μοναχή Χερουβειμiα -κατά κόσμον Σβετλάνα Μιχαέλα Τανάσα. Η αδελφή Χερουβειμία σπούδασε αρχαία Ελληνικά και Λατινικά στα Πανεπιστήμιο Ιασίου Ρουμανίας και έλαβε μια υποτροφία από το ίδρυμα Σόρος, για ένα μάστερ στο CEU (Central European University) της Βουδαπέστης. Η εργασία που της ανέθεσαν ήταν να ερευνήσει ένα χειρόγραφο της Ερμηνείας στη Γένεση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και εκεί απέδειξε ότι το κείμενο που είχαν τυπώσει οι Ιησουίτες και έπειτα εισήγαγε ο J. P. Migne στην Ελληνική Πατρολογία, είχε πολλές παρεμβάσεις και αλλοιώσεις σε σχέση με το ερευνόμενο χρυσοστομικό κείμενο.

Το συμπέρασμά της ήταν ότι μια κριτική έκδοση της Ερμηνείας της Γένεσης θα αποδείκνυε τις αυθαίρετες προσθήκες των Ιησουιτών.

Οι καθηγητές εκτίμησαν τη δουλειά της και της πρότειναν να κάνει και διδακτορικό.
Η διδακτορική της διατριβή θα είχε ως κεντρικό άξονα την ερμηνεία της Γενέσεως. Έπρεπε να αποδείξει ότι οι Άγιοι Πατέρες στην ερμηνεία της Γενέσεως στηρίχθηκαν στον Ωριγένη. Η Σβετλάνα άρχισε να μελετά χωρίς να έχει καταλάβει αρχικά τι σκοπό είχαν. Όσο όμως διάβαζε τους Αγίους Πατέρες, καταλάβαινε τι βλασφημία της ζητούσαν να αποδείξει. Μου είχε αφήσει η ίδια και τα έχω εδώ, την ερμηνεία του Αγίου Αυγουστίνου (στα Λατινικά), του Ωριγένη (στα Ελληνικά) του Θεοδωρήτου (στα Ελληνικά), του Αγίου Εφραίμ του Σύρου (στα Αγγλικά), ακόμα και ένα σχόλιο του Φίλωνος του Αλεξανδρινού (στα Ελληνικά). Έργα τα οποία είχε διαβάσει στο πρωτότυπο στη Βουδαπέστη. Όσο διάβαζε τόσο καταλάβαινε ότι οι Άγιοι Πατέρες όχι μόνο δεν ακολούθησαν τις θέσεις του Ωριγένη, αλλά ένας από τους λόγους που τα έγραψαν ήταν για να καταπολεμήσουν τις αιρετικές θέσεις του Ωριγένη.

Κάποια στιγμή παίρνοντας πληροφορίες για τους καθηγητές της έμαθε ότι οι πιο πολλοί από αυτούς ήταν Εβραίοι, ενώ σιγά-σιγά διαπίστωσε το πόσο περιφρονούσαν την Ορθοδοξία.

Όταν ανακοίνωσε το πόρισμα της έρευνας της είπαν: “Όχι, διάβασέ το άλλη μία φορά, δεν είναι έτσι, ξανασκέψου το. Εμείς σε πληρώνουμε για να αποδείξεις κάτι και εσύ πρέπει να το κάνεις”. Ακολούθησαν πολλές αντεγκλήσεις και επιχειρηματολογίες.
Μετά από κάποιο διάστημα γύρισε στην πατρίδα της τη Ρουμανία για να πάρει κάποια πράγματα. Επειδή δεν αισθανόνταν καλά επισκέφθηκε έναν γιατρό για εξετάσεις. Εκεί διαπίστωσε ότι είχε καρκίνο του δέρματος με γρήγορη εξάπλωση, στην αριστερή ωμοπλάτη. Την είχαν ακτινοβολήσει. (σημ. π. Γεωρ. Είχαν τοποθετήσει δηλαδή έναν μηχανισμό που εκπέμπει δέσμη ακτινοβολίας σε κάποιο μέρος που σύχναζε και περνούσε πολλές ώρες. π.χ το γραφείο της και η ακτινοβολία έπεφτε πάνω της, στην προκειμένη περίπτωση στην αριστερή ωμοπλάτη. Μ’ αυτόν τον τρόπο και οι κομμουνιστές του Τσαουσέσκου είχαν «φάει» πολλούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τσαουσέσκου είχε πάντα μαζί του ανιχνευτή ακτινοβολίας).

Ο γιατρός της είπε ότι έχει λίγους μήνες ζωής. Γύρισε στη Βουδαπέστη να πάρει τα πράγματά της. “Μη φεύγεις έχουμε λύσεις για την αρρώστια σου. Άκου μας και θα γλυτώσεις”. Πήρε όσα πράγματα μπορούσε (τα πιο πολλά βιβλία της έμειναν εκεί) και γύρισε στη χώρα της στον πατέρα Ιουστίνο Πίρβου (σημ. π. Γεωρ. ηγούμενος της μονής Πέτρου Βόντα και μέγας ομολογητή της πίστεώς μας) και του τα διηγήθηκε όλα. Αυτός της είπε να μείνει στο μοναστήρι. Αυτό έγινε τον Αύγουστο του 1997.

Πέρασε ενάμιση χρόνο γεμάτο πόνους. Γρήγορα έκανε μετασταση. Έλιωνε μέρα με τη μέρα. Δέχτηκε να ρασοφορεθεί και λίγο πριν πεθάνει έγινε μοναχή. Δεν ήθελε να πάρει μορφίνη, θέλοντας με τον πόνο να σβήσει τις αμαρτίες της.
Τα ουρλιαχτά πόνου προαγγέλουν ακόμη και σήμερα σε όσους την άκουσαν τα βάσανα της κολάσεως. Ο Θεός εισάκουσε την τελευταία της επιθυμία να μην πεθάνει πριν την πανήγυρη της μονής (Σύναξις των Αγίων Αρχαγγέλων). Μετά την αγρυπνία την νύχτα της 7ης προς 8η Νοεμβρίου 1998 στις 03.00 η Αγία μάρτυς Χερουβειμία εκοιμήθη, έτοιμη να ομολογήσει μπρος στον Τριαδικό Θεό των αγώνα των Ορθοδόξων ενάντια στον άρχοντα του αιώνα τούτου.

Η αδελφή Χερουβειμία μας διηγούνταν ότι είχαν φύγει από το CEU για τον ίδιο λόγο, καρκίνο του δέρματος, ένας φοιτητής από τη Βουλγαρία, ένας από τη Γεωργία και ένας από τις Η.Π.Α. Λυπάμαι που δε μπορώ να πω τα ονόματά τους, ίσως κάποιος κάποτε τα μάθει. Η ορθοδοξία είναι ζωντανή και καρποφορεί εν αληθεία, ενώ ο σπόρος της πίστεως είναι το αίμα των Μαρτύρων.

3812634026144452882-account_id=60.jpg

Maica-Heruvima-si-prietena-sa-Camelia-400x300.jpg

maica-heruvima31.jpg

4475361451877291715-account_id=60.jpg

maica-heruvima21.jpg

maica-heruvima41.jpg

1012668599654085128-account_id=60.jpg

Saint Edern (St Edeyrn), founder & abbot of Llanedeyrn Abbey in Wales & hermit in Lannédern, Brittany, France, from Ireland (+6th ce.) – January 6

http://irelandandbritishisles.wordpress.com

IRELAND & BRITISH ISLES

Wales - WCP - Strumble Head & Lighthouse.jpg

Wales

hubert3.png

Loqueffret_16_Eglise_Sainte-Geneviève_Bannière_de_procession_Saint-Herbot_sur_son_cerf.JPG

8e82eef5c59b860aae999117cca68fc6.jpg

edern.jpg

Lannédern_18_Calvaire_saint_Edern_sur_son_cerf.JPG

Loqueffret_25_Calvaire_route_de_Lannédern_Saint_Herbot_sur_son_cerf.JPG

Saint Edern / Edeyrn

founder & abbot of Llanedeyrn Abbey in Wales

& hermit in Lannédern, Brittany, France,

from Ireland (+6th ce.)

January 6

Saint Edern / Edeyrn (+6th century) was a saint of Wales, related to Vortigern and the royal house of Powys and the brother of Saint Aerdeyrn and Elldeyrn. Edeyrn is the patron saint of Lannédern in France and Llanedeyrn in Wales, where he founded a monastery of over 300 people.

Saint Edern was a companion of King Arthur, before moving to France where he became a Hermit.

He is remembered in churches across Wales and Brittany including Monmouth and Llanedeyrn near Cardiff in Wales and Lannédern in Brittany France. He is oft depicted riding a deer and his feast day is 6th January.

Source: Wikipedia

gwyneddwales-1024x768.jpg

display_image-1.jpg

St Edern’s Church

Here was St Edern’s Abbey

imgp7941.jpg

The Holy Relics of St Edeyrn

edern1-1.jpg

vie-de-saint-edern-lannedern.jpg

imgp7940.jpg

edern1.jpg

imgp7935.jpg

ZFPmH7_-5_SOG0HHoJcO9N1PKIQ.jpg

386649.jpgLannerdern calvaire-1.jpg

Edern.jpg

Saint-Edern-sur-son-cerf-1.jpg

saint-Edern-sur-son-cerf.jpg

sant-edern1.jpg

736266668_47a69dcb27.jpg

edern2.jpg

Why do we venerate Constantine the Great as a Saint?

https://saintsofmyheart.wordpress.com

http://heartquestionsandanswers.wordpress.com

HEART QUESTIONS & ANSWERS

SAINTS OF MY HEART

Morants_Curve_without_a_train.jpg

concursul-de-spiritualitate-crestina-la-focsani.jpg

Why do we venerate Constantine the Great as a Saint?

The very name of Constantine is enough to move the heart of any Christian. It moves us because the first to bear the name Constantine I, the Great, was not merely one of the greatest men in world history, but he was something more besides: a saint.

And when they hear the word “saint”, the trumpeters of atheism and unbelief start to sound off. Is he a saint? General, yes. King and Emperor, yes. Great, yes. But saint? No, he’s not a saint, they say. Because, they say, Constantine the Great committed crimes: he killed his son Crispus; he killed his second wife Fausta; and so shouldn’t be considered a saint*.

What can we say in response to those who are against Constantine the Great for no other reason than that he was a Christian? Had he not been a Christian, but an idolater like Julian the Apostate, who betrayed the Church, then they would be praising him. But, no. Constantine, who supported the Orthodox faith and established firm foundations, is slandered and hated by the enemies of Christ.

We would answer: they either forget or do not know that, in our faith, there is a great thing called repentance. One tear from a sinner, whatever act they’ve committed, one tear at the sacrament of confession, redeems any fault. Were there no repentance, paradise would be empty, we wouldn’t have a calendar of feasts nor any saints, because there isn’t a saint who hasn’t cried and hasn’t repented sins. There’s no other way to Paradise, beloved, than the door of repentance. Constantine wasn’t born a saint, he became one. He made mistakes, but he repented. Let’s not forget that he was brought up in the inhuman surroundings of the courts of Diocletian and Galerius, yet he disagreed with people like them.

He’s a saint because his presence in the world is the light of Christ. This light is also shown in his call, which is remarkably like that of Saint Paul and which is why it is mentioned in his dismissal hymn. Saint Paul was called by Christ in a vision when he was walking along the road to Damascus; he saw a shining light and heard a voice saying: “Saul, Saul, why are you persecuting me?” In the same way, Saint Constantine was called in a vision. A historic vision which is reported by contemporary historians[2]. What was the vision? When he arrived outside Rome on 28 October, in the year 312 A. D., the army of his rival was three times larger and defeat stared him in the face. As he sat there pondering, in broad daylight, he saw a great sign: the stars in the heavens formed a cross and below the cross he saw the words: “In this conquer” (In hoc vinca). And from that moment on, he was convinced that the future of humanity rested with Christ. He then adopted the banner which proceeded his troops and, with this sign, “In this conquer”, he defeated Maxentius, entered Rome and proclaimed to the whole city that this victory did not belong to his legions but to the Honourable Cross.

His edicts are light. The first edict, in February, 313, was for the persecutions to cease. Just imagine. The persecution of Christians had lasted 300 years. It was forbidden to be Christian. The very word “Christian” was cause enough for conviction, nothing else needed to be investigated: “Are you Christian?”. That was it. Possessions confiscated, incredible sufferings, horrifying tortures. How many martyrs? 12 million. For 300 years, Christians begged: “Lord, give us peace”. And He did. Peace came into the world through the chosen vessel of divine providence[3], Constantine the Great.

How, then, can we not honour him? We ought to do so if for nothing other than that edict which he signed with his holy hands. His nobility of soul and forgiving nature were also light. They say that some idolater enemies once decapitated a statue of him. When the news was brought to him he raised his hands, took hold of his head and said: “This is my head here. There’s nothing missing. Don’t punish them”. On another occasion he said that if he saw a cleric sinning, he would cover him with his robes, so as to prevent other people seeing his sins. This showed his intense concern that the Church should not be subjected to scandals.

He abolished the worship of the Roman emperors, who were considered gods on earth.

His legislation was also light. For the first time, Christian legislation was introduced. His vision was rare. What vision? To make a Christian state, on a global scale, and offer it to Christ for sanctification and deification. This is why he’s depicted holding an orb. And just as the Patriarch Abraham heard the voice of God telling him to leave his homeland and settle in a land that God would show him (Gen. 12, 1), so, too, Saint Constantine left Old Rome, the city stained with the blood of innocent Christians criminally killed, and built a New Rome on the Bosphorus, which, after his repose, was quite rightly called Constantinople. And from here he took measures aimed at raising the spiritual state and sanctity of the people.

What measures? He closed all the night-time places of corrupt pleasure. There were places of entertainment where women gathered under the protection of disgusting divinities, Aphrodite centres, Bacchus centres and he closed them all. He closed the oracles and got rid of the magicians who were exploiting people and deceiving them. He forbade blasphemy. He said he would forgive anything, except blasphemy. If anyone blasphemed the name of Christ, they were immediately arrested and exiled.

He honoured Sunday by edict. He declared it a great and splendid day and forbade any shops to open. Horse races, places of relaxation, everything closed.

He supported small land-holders and workers and took measures against usury and every of other form of injustice. He was the first to support human rights, he protected widows and orphans, and showed particular concern for social welfare.

He protected the Orthodox faith. When Arius, the leader of the heresy named after him, came along and opened his dirty mouth against our Lord, Jesus Christ, and said that He was not really God and of the same substance as the Father, Constantine convened the First Ecumenical Synod in Nicaea, Bithynia, to write the Creed. He himself went to the convention, not as emperor and ruler of the planet, but in humility and kissed the hands of the holy bishops, many of whom still had the marks of their mistreatment fresh on their bodies. Not being a theologian, when he was asked for his opinion, he replied: “I respect what I do not know”.

He supported missionary work. It was during his time as emperor that the Armenians and Georgians became Christians, and the light of Christ reached as far as India.

It was at his command that the Honourable Cross was found an d the first churches were built in Jerusalem. He was the initiator and founder of a Christian Empire that lasted one thousand one hundred years.

Finally, beloved, when he realized that his earthly end was approaching, he surrounded himself with bishops and confessed his sins and wept. He was then baptized, at the age of about 63, and never again put on the royal robes, the splendid imperial vestments, but wore only his white baptismal robes, telling people that he now really did feel like an emperor. He took communion, the Body and Blood of Christ, and, pure and clean, rejoicing and praying, departed for the heavenly kingdom.

Beloved, even if we ignore all the above, there are two criteria for the Church regarding his sanctity: a) the vision of God and the grace which the saint enjoyed, as we have mentioned; b) his miracles after death.

After his departure from this life, his sacred relics were buried with imperial honours in the narthex of the church of the Holy Apostles, where they gave off a powerful aroma and myrrh and performed many miracles[4]. It may be that some people wonder whether what the Christians say is really the truth. Beloved, even if some people don’t believe, there are two criteria for his sanctity and only two. It is with the seal of God that Constantine is a saint and Equal to the Apostles. History has shown him to be great and the Church to be a saint.

[1] Words attributed to Konstantinos XI Palaiologos in a poem about the capture of Constantinople (trans. note).

* The truth of the matter is as follows: when Constantine the Great was Caesar in the West, Rome proclaimed the cruel, anti-Christian, Maxentius, as emperor, who wishing to cover his back in the west, since he feared Constantine, forced him to divorce his wife, Minervina and marry Fausta, a very ambitious and cunning woman who was also Maxentius’ sister, in order to control him. When she saw Constantine’s eldest son, Crispus, distinguishing himself in battles and being groomed for the succession, she wanted to destroy him at all costs, in order to promote her own three sons to positions of power. So she slandered Crispus by saying that he had tried to rape her and kill his father in order to seize power, like a new Absalom. Unfortunately, Fausta’s plot was so convincing and her lies so persuasive that Constantine and the generals fell into the demonic trap. And they allowed Crispus to be put to death, in accordance with the law. When the queen mother, (Saint) Helen, who was many miles away, learned what had happened she rebuked her son severely for his decision. Constantine instituted exhaustive enquiries, from which it became clear that he was the victim of a criminal conspiracy on the part of his wife, Fausta, and her supporters. So he ordered that she, too, be put to death. These two murders of people of his own family greatly distressed Constantine, who regretted them bitterly to the end of his days and sought God’s forgiveness. And I order to show his repentance publicly he had a statue erected to Crispus, with the inscription “To my much-wronged son”.

[2] Lactantius (De Mortibus Persecutorum, 44), Eusebius (Eccl. Hist. IX, 9.1-11, Socrates (Eccl. Hist. I, 2.5-10), Sozomenos (Eccl. Hist. I 1) et al.

[3] In his book “The Ecumenical Synods”, Saint Nektarios writes that Saints Constantine and Helen were the hands of divine providence.

[4] See the calendar of the Church.

by Meletios Stathis

Source:

http://www.omhksea.org

http://swww.omhksea.org/2013/05/why-do-we-venerate-constantine-the-great-as-a-saint/

Orthodox Metropolitanate of Hong Kong & South East Asia

Θαύμα από το βίο του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου – Δεν πρέπει να παίρνουμε Θεία Κοινωνία χωρίς Εξομολόγηση

http://synaxarion-hagiology.blogspot.com

http://holyconfessionofyourheart.wordpress.com

HOLY CONFESSION OF YOUR HEART

SYNAXARION-HAGIOLOGY

6537.jpg

AgiosEugenios01.jpg

Άγιος Ευγένιος, Τραπεζούντα.jpg

Θαύμα από το βίο του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου

Δεν πρέπει να παίρνουμε Θεία Κοινωνία χωρίς Εξομολόγηση

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

Ένα συγκλονιστικό Θαύμα του Αγίου Ευγενίου.

Στα χρόνια του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του νέου πλήθος από Σκύθες με δική του διαταγή ξεκίνησαν για την Ανατολή. Κάποτε έφτασαν και στην Τραπεζούντα.

Ανάμεσά τους ήταν και κάποιος δεμένος με αλυσίδες, γιατί είχε μέσα του ολόκληρη λεγεώνα πονηρών πνευμάτων.

Οι άλλοι Σκύθες τον πρόσεχαν νύχτα-μέρα, από φόβο μήπως οι δαίμονες τον ρίξουν στη φωτιά και τον κάψουν ή τον πνίξουν στο νερό ή τον γκρεμίσουν σε κανένα βάραθρο…

Πριν δαιμονιστεί ο Σκύθης αυτός, από νέος ακόμα, έκανε τα θελήματα των δαιμόνων και ζούσε ζωή ακόλαστη.

Κάποτε όμως έκανε και μία φρικτή ασέβεια. Στη Βασιλεύουσα, όπου είχε πάει μαζί με άλλους ομόφυλους του, επισκέφθηκε μία εκκλησία.

Εκεί, μολονότι αβάπτιστος και ακάθαρτος, τόλμησε να πλησιάσει στο άγιο ποτήριο την ώρα της θείας μεταλήψεως και να κοινωνήσει! Την ίδια όμως στιγμή παραδόθηκε στους απάνθρωπους δαίμονες, που άρχισαν από τότε να τον βασανίζουν αλύπητα.

Σ’ αυτή λοιπόν την κατάσταση έφτασε στην Τραπεζούντα. Οι σύντροφοί του, μαθαίνοντας για τα πολλά θαύματα του αγίου Ευγενίου, τον έφεραν στο ναό του. Στο μεταξύ η σατανική λεγεώνα τον έκανε να σπαράζει και ν’ αφρίζει.

Πώς τόλμησες, τον φοβέριζαν τα δαιμόνια, να μεταλάβεις το Χριστό, αφού είσαι δικός μας; Θα σ’ εξαφανίσουμε με τον πιο σκληρό τρόπο! Κανένας δεν Θα σε γλιτώσει απ’ τα χέρια μας!…

Ενώ όμως κόμπαζαν και απειλούσαν οι μιαροί δαίμονες, τί κάνει ο γρήγορος βοηθός των ανθρώπων, ο ένδοξος Ευγένιος;

Παρακαλεί τον φιλάνθρωπο Δεσπότη να σπλαχνιστεί το πλάσμα Του και να το απαλλάξει από την τυραννία του σατανά.

Και με τις παρακλήσεις του λυγίζει τον πολυέλεο Κύριο.

Καθώς στεκόταν λοιπόν ο δαιμονισμένος μπροστά στο λείψανο του αγίου, ήρθε σε έκσταση. Του φάνηκε πως είδε το Χριστό να κατεβαίνει από τον ουρανό μέσα στην εκκλησία.

Εκεί, αφού του θύμισε τις βέβηλες πράξεις, που από νέος είχε κάνει, άρχισε να τον ελέγχει αυστηρά

Μ’ όλες τούτες τις παρανομίες σου, κατέληξε ο Κύριος, με λύπησες πάρα πολύ, δεν είσαι άξιος ελέους, για χάρη όμως του αγαπητού μου Ευγένιου σε λυπήθηκα και θα σ’ ελεήσω. Και γυρίζοντας στο μάρτυρα, που στεκόταν δίπλα Του ικετευτικά, συνέχισε: Γιάτρεψέ τον, Ευγένιε, αφού κατέφυγε στην προστασία σου.

Αμέσως ο Ιησούς εξαφανίστηκε. Ο άγιος είπε τότε στον δαιμονισμένο: Αυτό το κακό το έπαθες επειδή κοινώνησες τα άχραντα Μυστήρια, ενώ ήσουν αβάπτιστος και βουτηγμένος στις αμαρτίες.

Ο Σκύθης συνήλθε από την έκσταση.

Είδε τότε, αισθητά πια, να βγαίνει φωτιά από τα άγια λείψανα, να μπαίνει στο στόμα του και να κατακαίγει – έτσι του φάνηκε – τα σωθικά του.

Όσοι ήταν εκεί κοντά μπόρεσαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τη δύναμη του αγίου Ευγενίου, που βασάνιζε και τιμωρούσε εξουσιαστικά τους πονηρούς δαίμονες, διώχνοντάς τους βίαια μέσ’ από τον ταλαίπωρο άνθρωπο.

Άφριζε και ίδρωνε και χτυπιόταν ο Σκύθης, ώσπου ελευθερώθηκε εντελώς από τ’ ακάθαρτα πνεύματα.

Ειρηνικός πια και ανενόχλητος, σιχάθηκε την παλιά του ζωή, και δεν έπαψε ποτέ να ευχαριστεί τον θαυματουργό μάρτυρα που τον ευεργέτησε.

Πηγή:

Άγιος Ευγένιος ο Τραπεζούντιος, Βίος

Les multiples membres du corps ne forment qu’un seul corps – Saint Macaire d’Égypte (+390) ╰⊰¸¸.•¨* French

https://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

The-Sahara-Desert-in-North-Africa.jpg

macaraig.jpg

Les multiples membres du corps ne forment qu’un seul corps

Saint Macaire d’Égypte (+390)

Les multiples membres du corps ne forment qu’un seul corps et ils se soutiennent mutuellement en remplissant chacun sa tâche. L’œil voit pour tout le corps ; la main travaille pour les autres membres ; le pied, en marchant, les porte tous ; un membre souffre dès qu’un autre souffre. Voilà comment les frères doivent se comporter les uns avec les autres (cf. Rm 12, 4-5).

Celui qui prie ne jugera pas celui qui travaille parce qu’il ne prie pas. Celui qui travaille ne jugera pas celui qui prie… Celui qui sert ne jugera pas les autres. Au contraire, chacun, quoi qu’il fasse, agira pour la gloire de Dieu (cf. 1Co 10,31 ; 2Co 4,15)…

Ainsi une grande concorde et une sereine harmonie formeront « le lien de la paix » (Ép 4,3), qui les unira entre eux et les fera vivre avec transparence et simplicité sous le regard bienveillant de Dieu. L’essentiel, évidemment, c’est de persévérer dans la prière.

D’ailleurs une seule chose est requise : chacun doit posséder en son cœur ce trésor qu’est la présence vivante et spirituelle du Seigneur.

Qu’il travaille, prie ou lise, chacun doit pouvoir se dire en possession de ce bien impérissable qu’est le Saint Esprit.