Let us accept another as he is – Blessed Elder Aimilianos of Simonopetra Monastery, Holy Mount Athos, Greece (+2019)



-Let us accept another as he is-

Blessed Elder Aimilianos of Simonopetra Monastery,

Holy Mount Athos, Greece (+2019)

Let us accept another as he is. One will insult me, of course. Another will praise me, certainly. Another will offer me half a glass of water, doubtlessly. Let us not meddle in the life of another. When they will ask for our love, let us give it as God gives it, “over both the righteous and the unrighteous.”





The Glorification of the Saints in the Orthodox Church





The Glorification of the Saints in the Orthodox Church





This article was written by Fr. Joseph Frawley, a member of the Orthodox Church in America’s Canonization Commission. It was originally published in the April-May 2000 issue of The Orthodox Church Newspaper.

While the glorification of saints in the Orthodox Church has been taking place for nearly 2000 years, few people today are certain about how this really happens. Does the Church “make” a saint? Are there special panels which decide who can be considered for sainthood? Are saints “elected” by a majority vote? Does a person have to perform a certain number of miracles in order to quality as a saint? The answers to these questions may be surprising to some.

We know that there are several categories of saints: prophets, evangelists, martyrs, ascetics, holy bishops and priests, and those who live a righteous life “in the world.” What they all have in common is holiness of life. Three times in the Book of Leviticus (Ch 11, 19 and 20) God tells us to be holy, because He is holy. We must consecrate ourselves, for we are His people. Saint Peter reiterates this commandment in the new testament, challenging us to obey God’s commandments and submit our will to His will (1 Pet 1:16). Everyone is challenged to manifest holiness in their lives, for we all must become saints! This is our special – and common – calling from God. It is not something reserved for the clergy, monastics, or those who are “more pious.” Everyone who has been baptized into Christ must live in such a way that Christ lives within us. “Do you not know,” Saint Paul asks, “that you are God’s temple and that God’s Spirit dwells in you?” (1 Cor 3:16).

So, the glorification of saints in the Orthodox Church is a recognition that God’s holiness is manifested in the Church through these grace-filled men and women whose lives were pleasing to God. Very early on, the Church recognized the righteous ancestors of Christ (Forefathers), those who predicted His coming (Prophets), and those who proclaimed the Gospel (Apostles and Evangelists). Then those who risked their lives and shed their blood to bear witness to Christ (Martyrs and Confessors) were also recognized by the Church as saints. There was no special canonization process, but their relics were treasured and the annual anniversaries of their martyrdoms were celebrated. Later, the ascetics, who followed Christ through self denial, were numbered among the saints. Bishops and priests who proclaimed the True Faith and fought against heresy were added to the list. Finally, those in other walks of life who manifested holiness were recognized as saints.

While the glorification of a saint may be initiated because of miracles, it is not an absolute necessity for canonization. The Roman Catholic Church requires three verified miracles in order to recognize someone as a saint; the Orthodox Church does not require this. There are some saints, including Saint Nicodemos of the Holy Mountain (July 14) and Saint Innocent of Moscow (commemorated March 31), who have not performed any miracles, as far as we know. What is required is a virtuous life of obvious holiness. And a saint’s writings and preaching must be “fully Orthodox,” in agreement with the pure faith that we have received from Christ and the Apostles and taught by the Fathers and the Ecumenical Councils.

Can the Church “make” a saint? The answer is no. Only God can do that. We glorify those whom God Himself has glorified, seeing in their lives true love for God and their neighbors. The Church merely recognizes that such a person has cooperated with God’s grace to the extent that his or her holiness is beyond doubt.

Are saints “elected” by special panels or by majority vote? Again, the answer is no. Long before an official inquiry into a person’s life is made, that person is venerated by the people where he or she lived and died. His or her memory is kept alive by the people who pray for his or her soul or who ask him or her for intercession. Sometimes people will visit his or her grave or have icons painted through their love for the person. Then a request is made, usually through the diocesan bishop, for the Church to recognize that person as a saint. A committee, such as the Orthodox Church in America’s Canonization Commission, is formed to research the life of the person who is being considered for glorification and to submit a report to the Holy Synod stating its reasons why the person should or should not be recognized as a saint. Then the Holy Synod decides to number that person among the saints and have icons painted and liturgical services composed.

The formal Rite of Glorification begins with a final Memorial Service for the person about to be canonized, after which Vespers and Matins with special hymns to the saint are chanted and the saint’s icon is unveiled. The saint’s life is published and the date of his or her commemoration is established. The other Orthodox Churches are notified of the glorification so that they can place the new saint’s name on their calendars.

Through the prayers of all the saints, may we be encouraged to follow their example of virtue and holiness.

Give something, however small, to the one in need – Saint Gregory the Theologian (Nazianzus) (+390)



Give something, however small, to the one in need. For it is not small to one who has nothing. Neither is it small to God, if we have given what we could.

—Saint Gregory the Theologian (Nazianzus) (+390)

Άγιος Παλλάδιος Ισαπόστολος και 1ος Επίσκοπος Σκωτίας και Ιρλανδίας, από Γαλλία (+450) – 6 Ιουλίου







Άγιος Παλλάδιος Ισαπόστολος και 1ος Επίσκοπος Σκωτίας και Ιρλανδίας, από Γαλλία (+450) – 6 Ιουλίου

Ο Άγιος Παλλάδιος ήταν ο πρώτος Επίσκοπος των Χριστιανών της Ιρλανδίας.

Γεννήθηκε σε ευγενή οικογένεια της Γαλατίας, σημερινή Γαλλία, και αρκετοί συγγενείς του ήταν Κληρικοί της Εκκλησίας. Ο Άγιος Παλλάδιος ήταν ο γιος του Exuperantius του Poitiers Γαλλίας.

Ο Άγιος Παλλάδιος είχε βαθμό του Διακόνου της Ρώμης.

Ο Άγιος Παλλάδιος ήταν παντρεμένος και είχε μια κόρη. Στη Ρώμη, ασπάστηκε την σύζυγό του και την κόρη του, αποχαιρετώντας τες με τον τρόπο των Αποστόλων, και ασκήτευσε στη Σικελία γύρω 408-409 και η κόρη του έγινε μοναχή σε κάποιο καλό μοναστήρι της Σικελίας.

Χειροτονήθηκε ιερέας περίπου το 415. Έζησε στη Ρώμη μεταξύ 418 έως 429. Προέτρεψε τον Επίσκοπο της Ρώμης Άγιο Κελεστίνο τον Α´ να στείλει τον Άγιο Γερμανό Επίσκοπο Auxerre Γαλλιας και τον Άγιο Λούπο Επίσκοπο Troyes Γαλλίας στη Μεγάλη Βρετανία, όπου οδήγησαν τους Βρετανούς από την αίρεση του Πελαγιασμού πίσω στην Ορθόδοξη Πίστη.


Το 431 ο Άγιος Παλλάδιος χειροτονήθηκε Επίσκοπος από τον Άγιο Κελεστίνο Α´, Επίσκοπο της Ρώμης (+432) και στάλθηκε ως ο πρώτος Επίσκοπος στους Χριστιανούς της Ιρλανδίας. Έτσι αρχικά ο Ἀγιος Παλλάδιος πήγε στο Hy-Garchon της Ιρλανδίας, όπου βρίσκεται η σημερινή όμορφη πόλη του Wicklow.

Ο Άγιος Παλλάδιος κήρυξε στην Ιρλανδία πριν τον Άγιο Πατρίκιο ώσπου εξορίστηκε από τον βασιλιά του Leinster της Ιρλανδίας, και πήγε στη Σκωτία ως ο πρώτος Επίσκοπός της για να κηρύξει το Ευαγγέλιο και να θεμελιώσει την τοπική Εκκλησία.

Ο Άγιος Παλλάδιος στην Ιρλανδία συνοδευόταν από τέσσερεις συνεργάτες τον Σιλβέστρο και το Σολίνο που παρέμειναν στην Ιρλανδία και τον Αυγουστίνο και τον Βενέδικτο οι οποίοι τον ακολούθησαν στη Σκωτία και μετά την κοίμηση του επέστρεψαν στη χώρα τους.


Στη Σκωτία προήδρευσε μιας χριστιανικής κοινότητας για περίπου 20 χρόνια η οποία ήταν στο Fordun, δεκαπέντε μίλια νότια του Aberdeen, όπου καί κοιμήθηκε το έτος 450.

Εκεί υπάρχουν και τα ερείπια του αρχαίου Ορθόδοξου μικρού Ναού του 5ου αιώνα του Αγίου Παλλαδίου, όπου Λειτουργούσε ως Επίσκοπος για 20 χρόνια.

Το Fordoun είναι από τις πρώτες χριστιανικές περιοχές στη Σκωτία.

Το αρχαίο Ορθόδοξο Παρεκκλήσι του Αγίου Παλλαδίου στο Fordoun ήταν η περιοχή της τοπικής εκκλησίας που ιδρύθηκε από τον Άγιο Παλλάδιο τον 5ο αιώνα, ο οποίος κήρυξε και κοιμήθηκε εδώ.

Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Παλλαδίου διατηρήθηκαν σε ασημένια λάρνακα μέσα στο εκκλησάκι αυτό.

Το παρεκκλήσι – επίσης γνωστό ως Paldy Kirk – ήταν η Μητέρα εκκλησία για την περιοχή Mearns.

Τα ερείπια στην επιφάνεια του εδάφους είναι ενός ξωκλησιού του 13ου αιώνα, χτισμένο στη θέση του αρχικού κτιρίου του 5ου αιώνα το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από το έδαφος και η είσοδός του με πέτρινα σκαλιά είναι καλλημένη με μιά σχάρα.

Στην κρύπτη αυτή διαφυλάχθηκαν ανά τους αιώνες τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Παλλαδίου όπου πολλοί προσκυνητές ήρθαν να επισκεφτούν.

Ο Ορθόδοξος βασιλιάς Kenneth III ήταν ένας από εκείνους τους προσκυνητές που στο δρόμο του για το Fordoun κοιμήθηκε το 994 μ.Χ.

Στον προθάλαμο της εκκλησίας είναι η πέτρα του Fordoun, ένας όμορφος αρχαίος Ορθόδοξος σκαλισμένος Σταυρός πάνω σε πέτρινη πλάκα η οποία ονομάζεται “Πέτρα του Αγίου Παλλαδίου”. Η πλάκα με το Σταυρό ανακαλύφθηκε το 1787, όταν ο άμβωνας του παρεκκλησίου κατεδαφίστηκε. Ο Σταυρός μπορεί να ήταν κρυμμένος εδώ κατά τη διάρκεια της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης. Δείχνει μια θαυμάσια περίπλοκη Σταυρού μέ παραδοσιακά σύμβολα των Πικτών, καθώς και επιγραφές Ogham και ρωμαϊκή γραφή.

Υπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες παλιές ταφόπλακες κοντά στο παρεκκλήσι. Μια άλλη πέτρα έχει σκαλισμένο ένα δάχτυλο το οποίο δείχνει προς τα πάνω προς τον Ουρανό και μια λέξη είναι χαραγμένη: “Σπίτι”.

Η Χριστιανική αυτή κοινότητα του Fordoun ήταν η πρώτη χριστιανική ιεραποστολή στο βόρειο τμήμα της Σκωτίας.

Το αρχαίο εκκλησάκι του Αγίου Παλλαδίου είναι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή.

Holy Icon of All Saints of Ireland & British Isles





Holy Icon of All Saints of Ireland & British Isles

Heilige Hildegrim bisschop van Châlons (Frankrijk) en abt van Werden (Duitsland), uit Nederland (+827) – 19 juni ╰⊰¸¸.•¨* Dutch



Heilige Hildegrim bisschop van   (Frankrijk) en abt van Werden (Duitsland), uit Nederland (+827)

 19 juni

Heilige Hildegrim van Châlons, Frankrijk, (ca. 750 – 827) was een benedictijn en bisschop van Châlons-en-Champagne, Frankrijk, vanaf 804 tot zijn dood. Hij is de broer van Heilige Liudger.

Traditioneel wordt hij beschouwd als de eerste bisschop van Halberstadt, Duitsland. Hij was zeer actief in het verspreiden van christendom in het gebied van het bisdom. Vanaf 809 was hij ook abt van Werden, Duitsland.

Hij is een orthodoxe heilige, die wordt herdacht op 19 juli.

Επικαλέσθηκαν τον Άγιο Νικέτιο (St Nicetius) Επίσκοπο Trier της Γερμανίας (+566) όταν ήταν εν ζωή & σώθηκαν απο τρικυμία





Άγιος Νικέτιος (St Nicetios) Επίσκοπος Trier της Γερμανίας (+566)

5 Δεκεμβρίου


Επικαλέσθηκαν τον Άγιο Νικέτιο (St Nicetius)

Επίσκοπο Trier της Γερμανίας (+566) όταν ήταν εν ζωή

& σώθηκαν απο τρυκυμία

Ἕνας ἄνδρας μέ πολύ μακριά μαλλιά καί γενειάδα πλησίασε τόν Ἅγιο Νικέτιο (St Nicetius) Ἐπίσκοπο Trier της Γερμανίας (5 Δεκ, +566), καί πέφτοντας στα πόδια του, τοῦ εἶπε:

—Εἶμαι ἐκεῖνος, Κύριέ μου, πού βρέθηκε σέ κίνδυνο στήν θάλασσα καί ἀπελευθερώθηκε μέ τήν βοήθειά σου.

Ὅμως, ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ τόν ἐπέπληξε αὐστηρά γιά τήν ἐπιθυμία του νά τόν δοξάση γι᾽ αὐτό, τοῦ εἶπε:

—Πές πῶς σέ ἔσωσε ὁ Θεός ἀπό ἐκεῖνον τόν κίνδυνο, διότι ἡ δύναμί μου δέν θά μποροῦσε νά σώση κανένα.

Ὁ ἄνδρας ἀπάντησε:

—Πρόσφατα, ἔχοντας ἀνέβει σ᾽ ἕνα πλοῖο γιά νά πάω στήν Ἰταλία, μπῆκε μαζί μου καί ἕνα πλῆθος εἰδωλολατρῶν, ἔτσι ὥστε βρέθηκα νά εἶμαι ὁ μόνος Χριστιανός στό μέσον αὐτοῦ τοῦ πλήθους τῶν χωρικῶν. Ξεσηκώθηκε, ὅμως, μία θύελλα, καί τότε ἄρχισα νά ἐπικαλοῦμαι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί νά Τόν ἱκετεύω νά μέ γλυτώση ἀπ᾽ τό θάνατο μέ τήν μεσιτεία σου. Οἱ εἰδωλολάτρες, μέ τή σειρά τους, ἐπικαλοῦνταν τούς θεούς τους: ἕνας τό Δία, ἄλλος τόν Ἑρμῆ, ἄλλος τήν Ἀθηνᾶ, καί ἄλλος τήν Ἀφροδίτη. Καί ὅταν κινδυνεύαμε νά χαθοῦμε, τούς εἶπα: “Ἄνδρες, σταματεῖστε νά ἐπικαλῆσθε αὐτούς τούς θεούς, διότι δέν εἶναι θεοί ἀλλά δαίμονες. Ἄν θέλετε νά βγῆτε ἀπ᾽ τόν κίνδυνο ὅπου βρισκόμασθε, ἐπικαλεσθεῖτε τόν Ἅγιο Νικέτιο (St Nicetius), γιά νά λάβη ἀπό τό Θεό τό ἔλεος νά σωθοῦμε”. Μέ μιά φωνή τότε φώναξαν, μέ τά ἑξῆς λόγια: “Θεέ τοῦ Νικετίου, σῶσε μας!”. Καί τότε ἡ θάλασσα ἡσύχασε ἀμέσως, ὁ ἄνεμος κόπασε, ὁ ἥλιος ἔκανε καί πάλι τήν ἐμφάνισί του, καί τό πλοῖο μας κατευθύνθηκε ἐκεῖ ὅπου θέλαμε. Ὄσο γιά μένα, ὁρκίστηκα νά μήν κόψω τά μαλλιά μου πρίν παρουσιασθῶ ἐνώπιόν σας. Ἔπειτα ὁ ἄνδρας αὐτός, ἀφοῦ ἔκοψε τά μαλλιά του μέ ἐντολή τοῦ Ἐπισκόπου, εφυγε γιά τήν Auvergne της Γαλλίας, ἀπό ὅπου εἶπε ὅτι εἶχε ἔρθει.

Από το βιβλίο: Vita Patrum, Ο Βίος τῶν Πατέρων, τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου της Τούρ, τόμ. 1, Βιβλίο Γ´, ἐκδ. Ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, 2015